Η Πολιτεία επιδοτεί την ανακαίνιση κλειστών κατοικιών και την επαναφορά τους στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης, χωρίς όμως να συνδέει τη δημόσια χρηματοδότηση με την εξασφάλιση προσιτών ενοικίων
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα σπίτια θα επιστρέψουν στην αγορά, αλλά πόσα νοικοκυριά θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να τα μισθώσουν.
Σε μια περίοδο που η στεγαστική κρίση επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα νοικοκυριά και περιορίζει την οικονομική αυτονομία των νέων, η αξιοποίηση των κλειστών κατοικιών αποτελεί σημαντική προτεραιότητα. Η νέα δράση «Ανακαίνιση Κατοικίας», με έναρξη αιτήσεων στις 29 Οκτωβρίου 2026 και προϋπολογισμό 500 εκατ. ευρώ, δημιουργεί μια ουσιαστική ευκαιρία ενίσχυσης της προσφοράς κατοικιών.
Τεράστιο το κόστος στέγασης στην Ελλάδα: Το 36% του εισοδήματος πάει εκεί – Πάνω από 50% για τα χαμηλά εισοδήματα
Ωστόσο, η ανακαίνιση ακινήτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τη δημιουργία προσιτής στέγης. Εδώ εντοπίζεται το βασικό κοινωνικό έλλειμμα του σχεδιασμού: στην απουσία σύνδεσης της δημόσιας επιδότησης με το ύψος των μισθωμάτων και τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των πολιτών.
Από την ανακαίνιση των κλειστών κατοικιών στη δημιουργία πραγματικά προσιτής στέγης
Η οικονομική ενίσχυση των ιδιοκτητών για την ανακαίνιση παλαιών και αναξιοποίητων κατοικιών αποτελεί αναμφίβολα μια θετική πρωτοβουλία. Ένα σημαντικό μέρος του οικιστικού αποθέματος παραμένει εκτός αγοράς, συχνά λόγω του υψηλού κόστους αποκατάστασης και της οικονομικής αδυναμίας των ιδιοκτητών να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες εργασίες.
Η αξιοποίηση αυτών των κατοικιών ωφελεί τόσο τους ιδιοκτήτες όσο και την κοινωνία, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος και στην αύξηση της προσφοράς.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι εάν πρέπει να ενισχυθούν οι ιδιοκτήτες, αλλά πώς η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί να δημιουργήσει παράλληλα ουσιαστικό και μετρήσιμο κοινωνικό όφελος.
Ένα πρόγραμμα ανακαίνισης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε αποτελεσματική στεγαστική πολιτική επειδή επαναφέρει κλειστές κατοικίες στην αγορά. Ένα διαμέρισμα μπορεί, μετά την ανακαίνισή του, να διατεθεί προς μίσθωση με 800, 900 ή ακόμη και 1.000 ευρώ τον μήνα. Η επαναφορά του στην αγορά είναι θετική, δεν σημαίνει όμως ότι καθίσταται προσιτό σε έναν νέο εργαζόμενο, σε μια οικογένεια ή σε ένα μονογονεϊκό νοικοκυριό.
Η ευθύνη για αυτή την αναντιστοιχία δεν ανήκει στον ιδιοκτήτη, ο οποίος λειτουργεί μέσα στις συνθήκες της αγοράς. Η ευθύνη του κοινωνικού σχεδιασμού ανήκει στην Πολιτεία, που οφείλει να συνδέει τα οικονομικά κίνητρα με συγκεκριμένους στόχους στεγαστικής προσιτότητας.
Το ζητούμενο είναι η δημόσια χρηματοδότηση να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους: την αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας και τη διεύρυνση των στεγαστικών επιλογών για τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες.
Τι προβλέπει το νέο πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας» – Ποιοι δικαιούνται επιδότηση και ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνουν
Η νέα δράση, προβλέπει δημόσια χρηματοδότηση για την ανακαίνιση και την ήπια ενεργειακή αναβάθμιση παλαιών κατοικιών, με στόχο την αξιοποίηση κλειστών ακινήτων και την ενίσχυση του διαθέσιμου οικιστικού αποθέματος.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση των αρμόδιων υπουργείων της 29ης Οκτωβρίου 2026, ο συνολικός προϋπολογισμός της δράσης ανέρχεται σε 500 εκατ. ευρώ, ενώ η υποβολή αιτήσεων για τις κλειστές κατοικίες θα διαρκέσει έως τις 11 Ιανουαρίου 2027. Σε επόμενη φάση προβλέπεται η ένταξη κατοικιών που ήδη χρησιμοποιούνται ως κύρια κατοικία.
Η επιδότηση κυμαίνεται από 70% έως 95%, ανάλογα με την εισοδηματική κατηγορία και τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις, με ανώτατο ποσό επιχορήγησης τις 36.000 ευρώ για εργασίες ανακαίνισης και ενεργειακής αναβάθμισης και όριο επιλέξιμων εργασιών έως 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Προβλέπεται επίσης πρόσθετη χρηματοδότηση έως 2.500 ευρώ για υποστηρικτικές υπηρεσίες.
Στο πρόγραμμα μπορούν να ενταχθούν κατοικίες με οικοδομική άδεια έως τις 31 Δεκεμβρίου 1990, επιφάνειας έως 120 τ.μ., με ειδικές προβλέψεις έως 150 τ.μ. για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες. Για τις κλειστές κατοικίες απαιτείται, μεταξύ άλλων, ποσοστό πλήρους κυριότητας ή επικαρπίας τουλάχιστον 20%, ενώ εξετάζεται η μη χρήση του ακινήτου κατά τα έτη 2024 και 2025.
Τα εισοδηματικά κριτήρια διαφοροποιούνται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση και τον αριθμό των τέκνων. Ενδεικτικά, για άγαμους τα όρια των δύο εισοδηματικών κατηγοριών ανέρχονται σε 18.000 και 25.000 ευρώ αντίστοιχα, ενώ για έγγαμους σε 25.000 και 35.000 ευρώ, με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.
Ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνει ο ιδιοκτήτης μετά την ανακαίνιση;
Για τις κλειστές κατοικίες που εντάσσονται στο πρόγραμμα με σκοπό την εκμίσθωση, προβλέπονται συγκεκριμένες δεσμεύσεις:
Πενταετής μακροχρόνια μίσθωση: Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να διαθέσει το ακίνητο ως κύρια κατοικία για τουλάχιστον πέντε έτη, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος.
Σταθερό ενοίκιο για τρία χρόνια: Το μίσθωμα πρέπει να παραμείνει σταθερό κατά τα πρώτα τρία έτη
Δήλωση μίσθωσης: Το μισθωτήριο πρέπει να δηλωθεί στην ΑΑΔΕ
Απαγόρευση βραχυχρόνιας μίσθωσης: Το ακίνητο δεν επιτρέπεται να διατεθεί για βραχυχρόνια μίσθωση κατά την πενταετή περίοδο δέσμευσης.
Τήρηση των όρων χρηματοδότησης: Η μη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ανάκτηση της επιχορήγησης.
Παρά τις δεσμεύσεις αυτές, η υποχρέωση διατήρησης σταθερού μισθώματος για τρία χρόνια δεν ταυτίζεται με την εξασφάλιση προσιτής κατοικίας. Το πρόγραμμα δεν συνδέει το αρχικό ενοίκιο με συγκεκριμένο ανώτατο όριο προσιτότητας ή με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Έτσι, ένα ανακαινισμένο διαμέρισμα μπορεί να διατεθεί προς μίσθωση με 800, 900 ή ακόμη και 1.000 ευρώ τον μήνα. Το γεγονός ότι το ενοίκιο θα παραμείνει σταθερό για τρία χρόνια παρέχει προστασία από αυξήσεις, δεν σημαίνει όμως ότι η κατοικία είναι εξαρχής οικονομικά προσβάσιμη σε έναν νέο εργαζόμενο, σε μια οικογένεια ή σε ένα μονογονεϊκό νοικοκυριό.
Το βασικό ερώτημα, επομένως, παραμένει: Όταν η Πολιτεία χρηματοδοτεί έως και το 95% της ανακαίνισης μιας ιδιωτικής κατοικίας, αρκεί η δέσμευση για πενταετή μίσθωση και τριετές σταθερό ενοίκιο ή θα έπρεπε η δημόσια ενίσχυση να συνδέεται και με συγκεκριμένους όρους στεγαστικής προσιτότητας;
Η αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας και η κοινωνική ανταποδοτικότητα της δημόσιας χρηματοδότησης
Αξίζει να επισημανθεί ότι αναφερόμαστε σε ιδιοκτήτες των οποίων οι κατοικίες παρέμεναν κλειστές και αναξιοποίητες, χωρίς να αποφέρουν εισόδημα από μισθώματα. Μέσω του νέου προγράμματος αποκτούν τη δυνατότητα να ανακαινίσουν τα ακίνητά τους με δημόσια επιδότηση, να αναβαθμίσουν την αξία της περιουσίας τους και, παράλληλα, να εξασφαλίσουν ένα νέο, σταθερό μηνιαίο εισόδημα.
Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική εξέλιξη, τόσο για τους ιδιοκτήτες όσο και για την αγορά κατοικίας. Ωστόσο, όταν η Πολιτεία χρηματοδοτεί έως και το 95% της ανακαίνισης ενός ιδιωτικού ακινήτου, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση της περιουσίας και στη δημιουργία νέου εισοδήματος, είναι εύλογο να τίθεται το ζήτημα της κοινωνικής ανταποδοτικότητας αυτής της χρηματοδότησης.
Η υποχρέωση πενταετούς μακροχρόνιας μίσθωσης και διατήρησης σταθερού ενοικίου για τα πρώτα τρία χρόνια δεν διασφαλίζει από μόνη της την προσιτότητα της κατοικίας. Ένα ακίνητο μπορεί να διατεθεί εξαρχής με υψηλό μίσθωμα, παραμένοντας οικονομικά απρόσιτο για σημαντικό μέρος των νοικοκυριών.
Η πρόκληση για την Πολιτεία δεν είναι να περιορίσει το οικονομικό όφελος του ιδιοκτήτη, αλλά να διασφαλίσει ότι η δημόσια χρηματοδότηση θα συνοδεύεται από αντίστοιχη και μετρήσιμη κοινωνική ανταποδοτικότητα. Η στήριξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και η δημιουργία προσιτής στέγης δεν αποτελούν αντικρουόμενους στόχους. Αντιθέτως, μπορούν και οφείλουν να συνυπάρχουν στον σχεδιασμό μιας αποτελεσματικής στεγαστικής πολιτικής.
Πάνω από 516.000 κενές κατοικίες στην Αττική – Ένα σημαντικό αναξιοποίητο στεγαστικό απόθεμα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (2021), στην Περιφέρεια Αττικής καταγράφονται περισσότερες από 516.000 κενές κατοικίες, εκ των οποίων πάνω από 117.000 βρίσκονται στον Δήμο Αθηναίων.
Πρόκειται για ένα σημαντικό οικιστικό απόθεμα, το οποίο θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι καταγεγραμμένες κατοικίες άμεσα κατοικήσιμες ή διαθέσιμες προς μίσθωση. Η πρόκληση είναι να εντοπιστούν εκείνες που μπορούν να αξιοποιηθούν και να δημιουργηθούν τα κατάλληλα κίνητρα για την επανένταξή τους στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το κόστος στέγασης στην Ελλάδα απορροφούσε περίπου το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναδεικνύοντας το μέγεθος της στεγαστικής επιβάρυνσης.
Σε αυτές τις συνθήκες, η αξιοποίηση των κενών κατοικιών δεν αποτελεί απλώς ζήτημα αναβάθμισης του οικιστικού αποθέματος. Αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για την αύξηση της προσφοράς και, κυρίως, για τη δημιουργία κατοικιών οικονομικά προσιτών στα νοικοκυριά που τις έχουν περισσότερο ανάγκη.
Το κυπριακό παράδειγμα: Ίδια ονομασία προγράμματος, διαφορετική κοινωνική ανταποδοτικότητα
Η Κύπρος έχει ήδη ολοκληρώσει δυο – τρεις κύκλους του ιδίου προγράμματος «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», το οποίο φέρει ακριβώς την ίδια ονομασία με το αντίστοιχο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά διαφοροποιείται ουσιαστικά ως προς το κοινωνικό του αποτύπωμα.
Η βασική διαφορά βρίσκεται στη σύνδεση της δημόσιας επιδότησης με την υποχρέωση διάθεσης της κατοικίας σε προσιτό μίσθωμα. Το κυπριακό μοντέλο προβλέπει οικονομική ενίσχυση από 15.000 έως 35.000 ευρώ, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του ακινήτου, με αντάλλαγμα τη διάθεσή του στην αγορά με ενοίκιο περίπου 30% χαμηλότερο από τα αντίστοιχα αγοραία επίπεδα.
Για παράδειγμα, μια κατοικία με αγοραίο μίσθωμα 800 ευρώ θα μπορούσε να διατεθεί με 560 ευρώ τον μήνα, εξασφαλίζοντας στον ενοικιαστή ετήσια εξοικονόμηση 2.880 ευρώ.
Αυτή είναι και η ουσιαστική διαφορά των δύο προσεγγίσεων. Στην ελληνική περίπτωση, η δημόσια χρηματοδότηση ενισχύει την ανακαίνιση και την επαναφορά κλειστών κατοικιών στην αγορά, χωρίς να διασφαλίζει συγκεκριμένο επίπεδο προσιτού ενοικίου. Στην κυπριακή, η επιδότηση συνδέεται με ένα μετρήσιμο οικονομικό όφελος για το νοικοκυριό που θα στεγαστεί στο ακίνητο.
Η κοινωνική ανταποδοτικότητα δεν περιορίζεται, επομένως, μόνο στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών, αλλά αποτυπώνεται και στη μείωση του στεγαστικού κόστους για τον ενοικιαστή.
Το κυπριακό παράδειγμα αναδεικνύει μια δυνατότητα και για την Ελλάδα: τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα συνδυάζει την ουσιαστική οικονομική ενίσχυση των ιδιοκτητών με συγκεκριμένα κίνητρα και δεσμεύσεις για προσιτά μισθώματα, ώστε η δημόσια χρηματοδότηση να δημιουργεί πραγματικό όφελος και για τις δύο πλευρές.

Δημοφιλή
Κωνσταντίνος Φιρινίδης: Αυτός είναι ο 37χρονος πίσω από την απάτη με την ΜΚΟ «Παιδική Χαρά»
Ανατροπή στην υπόθεση της μικρής Μαντλίν: Εκτός 24ωρης παρακολούθησης ο Γερμανός βασικός ύποπτος
Τα 3 ζώδια που θα ζήσουν έναν ονειρεμένο Νοέμβριο – Ο έρωτας και η τύχη τούς χαμογελούν
Κίσσαμος: Άγριο επεισόδιο ενδοοικογενειακής βίας – Πεθερός και σύζυγος χτύπησαν τη νύφη μπροστά στα ανήλικα παιδιά
Θλίψη στη Μεσαρά για την Μαρία Σταματάκη που έφυγε από τη ζωή
«Είσαι ίδια η γυναίκα μου» - Η απίθανη συνάντηση του Πάνου Μουζουράκη με τη σύζυγο διαγωνιζόμενου
Σκάνδαλο ΜΚΟ: «Με παρακαλούσαν να βάλω λεφτά» αποκαλύπτει η γυμνάστρια Φαίη Ζακάκου που έχασε 13.900 ευρώ
Μπαράζ βανδαλισμών στο Στάδιο Ελευθερίας: «Σπάνε αυτοκίνητα κάθε Κυριακή ξημερώματα»
Τραγωδία στη Λαμία: Τον βρήκαν νεκρό μέσα στο σπίτι του