Στο επίκεντρο της έρευνας ένα παγκόσμιο δίκτυο παράνομων χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που φέρεται να χρηματοδοτούσε διακίνηση ναρκωτικών και να «ξέπλενε» εγκληματικά έσοδα
Μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς επιχειρήσεις κατά των λεγόμενων «υπόγειων τραπεζών» του οργανωμένου εγκλήματος οδήγησε στη σύλληψη 21 υπόπτων, στο πλαίσιο έρευνας για ένα ιδιαίτερα εξελιγμένο χρηματοπιστωτικό δίκτυο που φέρεται να χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση μεγάλων φορτίων ναρκωτικών και τη νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η έρευνα διεξάγεται υπό την καθοδήγηση της ισπανικής Εθνικής Αστυνομίας (Policía Nacional), με την υποστήριξη της Europol. Οι συλληφθέντες αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, διακίνηση ναρκωτικών και ξέπλυμα χρήματος.
Στις 22 Ιουλίου 2026 πραγματοποιήθηκε μεγάλη αστυνομική επιχείρηση στην Ισπανία, κατά την οποία συνελήφθησαν 15 άτομα. Παράλληλα, οι ισπανικές Αρχές εξέδωσαν 19 διεθνή εντάλματα σύλληψης για υπόπτους που βρίσκονταν εκτός της χώρας.
Μέχρι σήμερα έξι από τα εντάλματα έχουν εκτελεστεί, οδηγώντας σε τέσσερις συλλήψεις στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μία στην Αίγυπτο και μία στην Ολλανδία.
Μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκεται και πρόσωπο που θεωρείται ηγετικό στέλεχος μεγάλου παράνομου τραπεζικού δικτύου, γνωστού ως «Dubai Bank». Η Europol τον είχε χαρακτηρίσει «High Value Target», καθώς εκτιμάται ότι διαδραμάτιζε κομβικό ρόλο στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προς μεγάλα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών διεθνώς.
Οι Αρχές έχουν μέχρι στιγμής εντοπίσει, κατασχέσει ή δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται 48 ακίνητα αξίας άνω των 14 εκατ. ευρώ, πολυτελή οχήματα συνολικής αξίας μεγαλύτερης των 1,6 εκατ. ευρώ, καθώς και 121 τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους βρίσκονταν περίπου 2,3 εκατ. ευρώ.
Από 1,8 τόνους κοκαΐνης στο διεθνές δίκτυο χρήματος
Η επιχείρηση με την κωδική ονομασία DRAKKAR ξεκίνησε από μία μεγάλη υπόθεση διακίνησης κοκαΐνης που ερευνούσε η ισπανική αστυνομία από τον Φεβρουάριο του 2021.
Τότε, αστυνομικοί επιβιβάστηκαν σε πλοίο ανοικτά των ισπανικών ακτών και εντόπισαν 1.835 κιλά κοκαΐνης. Και τα εννέα μέλη του πληρώματος συνελήφθησαν.
Μετά την απομάκρυνση των ναρκωτικών και του πληρώματος, το πλοίο ρυμουλκήθηκε στο λιμάνι της Χιχόν. Λίγο αργότερα βυθίστηκε, καθώς είχε εισρεύσει νερό από διαρροή που, σύμφωνα με τις Αρχές, φέρεται να είχε προκαλέσει ο καπετάνιος.
Η έρευνα αποκάλυψε στη συνέχεια τον πιθανό λόγο: στο πλοίο ήταν κρυμμένα ακόμη 1.650 κιλά κοκαΐνης.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι μέλη του εγκληματικού δικτύου κατάφεραν αργότερα να μπουν στο βυθισμένο πλοίο και να ανακτήσουν το κρυμμένο φορτίο.
Όπως διαπιστώθηκε, και τα δύο φορτία κοκαΐνης είχαν φορτωθεί στη Νότια Αμερική τον Ιανουάριο του 2021. Το σχέδιο προέβλεπε τη μεταφόρτωσή τους εν πλω σε ταχύπλοα, τα οποία στη συνέχεια θα μετέφεραν τα ναρκωτικά στις ισπανικές ακτές.
Η έρευνα για τα πρόσωπα που βρίσκονταν πίσω από τη μεταφορά της κοκαΐνης οδήγησε σταδιακά τις Αρχές ψηλότερα στην ιεραρχία του εγκληματικού δικτύου.
Εντοπίστηκαν διασυνδέσεις με άλλες ύποπτες επιχειρήσεις διακίνησης ναρκωτικών σε διάφορες χώρες, ενώ η παρακολούθηση της διαδρομής του χρήματος αποκάλυψε τα πρόσωπα που φέρονται να χρηματοδοτούσαν τις μεταφορές και να αναλάμβαναν τη νομιμοποίηση των εσόδων.
Έτσι οι Αρχές έφτασαν σε μία πολύπλοκη διεθνή χρηματοπιστωτική υποδομή, η οποία φέρεται να παρείχε υπηρεσίες «υπόγειας τραπεζικής» σε οργανώσεις του οργανωμένου εγκλήματος.
Πώς λειτουργούσε το «Dubai Bank»
Στην καρδιά της έρευνας βρίσκεται το παράνομο δίκτυο μεταφοράς χρημάτων που οι Αρχές αποκαλούν «Dubai Bank».
Σύμφωνα με την Europol, το σύστημα μπορούσε να διαθέτει μεγάλα χρηματικά ποσά σε εγκληματικές οργανώσεις διαφορετικών χωρών μέσα σε εξαιρετικά μικρό χρονικό διάστημα, παρέχοντας την οικονομική υποδομή που απαιτούνταν τόσο για τη χρηματοδότηση μεγάλων φορτίων ναρκωτικών όσο και για τη μεταφορά των εγκληματικών εσόδων.
Τα χρήματα δεν χρειαζόταν απαραίτητα να διασχίζουν φυσικά τα σύνορα σε κάθε συναλλαγή.
Τα παράνομα τραπεζικά δίκτυα χρησιμοποιούν μεσάζοντες σε διαφορετικές χώρες, μέσω των οποίων η αξία μεταφέρεται από τη μία δικαιοδοσία στην άλλη. Οι συναλλαγές μπορούν να συμψηφίζονται μέσω εσωτερικών λογιστικών μηχανισμών, εμπορικών συναλλαγών, εταιρειών και τραπεζικών λογαριασμών, συγκέντρωσης μετρητών ή ακόμη και μέσω μεταφοράς άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Το δίκτυο λειτουργούσε έναντι προμήθειας, το ύψος της οποίας μεταβαλλόταν ανάλογα με το είδος και τα χαρακτηριστικά κάθε συναλλαγής.
Οι κωδικοί στα χαρτονομίσματα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να επιβεβαιωνόταν η παράδοση των μετρητών.
Οι ερευνητές εντόπισαν τη χρήση μοναδικών «tokens» για την πιστοποίηση των συναλλαγών. Ως αναγνωριστικό μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ακόμη και ο σειριακός αριθμός ενός χαρτονομίσματος.
Ο συγκεκριμένος κωδικός μεταφερόταν μέσω της αλυσίδας των εμπλεκομένων και, όταν ο τελικός παραλήπτης πήγαινε να παραλάβει τα χρήματα, η αντιστοίχιση του αριθμού επιβεβαίωνε ότι τα μετρητά παραδίδονταν στο σωστό πρόσωπο.
Η οικονομική έρευνα αποκάλυψε επίσης περιουσιακά στοιχεία που θεωρείται ότι αποκτήθηκαν με παράνομα κεφάλαια, μεταξύ των οποίων και πολυτελές ακίνητο στην Ίμπιζα.
Ο ρόλος της Europol
Η Europol υποστήριξε την επιχείρηση διευκολύνοντας την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκόμενων χωρών και παρέχοντας επιχειρησιακή και οικονομική ανάλυση, η οποία συνέβαλε στον εντοπισμό βασικών διακινητών χρήματος του δικτύου.
Από τον Οκτώβριο του 2024 η έρευνα ενισχύθηκε και μέσω ειδικής Operational Taskforce που δημιουργήθηκε στην Europol.
Η ευρωπαϊκή υπηρεσία παρείχε εξειδικευμένη τεχνογνωσία τόσο στα παράνομα τραπεζικά συστήματα όσο και στον εντοπισμό και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων.
Κατά την ημέρα της μεγάλης επιχείρησης, ειδικοί της Europol αναπτύχθηκαν στην Ισπανία, ενώ εμπειρογνώμονας σε υποθέσεις ξεπλύματος χρήματος υποστήριξε επί τόπου τους ερευνητές μέσω κινητού επιχειρησιακού γραφείου.
Λόγω της παγκόσμιας εμβέλειας του δικτύου, καθοριστική ήταν η διεθνής συνεργασία.
Στην έρευνα συμμετείχαν Αρχές από την Ολλανδία, τη Σουηδία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ των οποίων και η αμερικανική Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών (DEA).
Πηγή: Europol
- Η Europol, σε συνεργασία με την ισπανική αστυνομία, συνέλαβε 21 άτομα σε διεθνή επιχείρηση κατά του παράνομου τραπεζικού δικτύου «Dubai Bank».
- Οι Αρχές κατάσχεσαν περιουσιακά στοιχεία αξίας 20 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνοντας ακίνητα, πολυτελή αυτοκίνητα και τραπεζικούς λογαριασμούς.
- Η έρευνα αποκάλυψε ένα παγκόσμιο σύστημα ξεπλύματος χρήματος που χρηματοδοτούσε διακίνηση ναρκωτικών και νομιμοποιούσε εγκληματικά έσοδα.
- Η Europol διευκόλυνε την ανταλλαγή πληροφοριών και παρείχε τεχνογνωσία για τον εντοπισμό και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων.

Δημοφιλή
Τουρκικές σημαίες στην 25ης Αυγούστου - Χατζηαδάμ: «Φάουλ του Δήμου, όφειλαν να γνωρίζουν την ιστορία»
ΔΕΔΔΗΕ: Σε ποιες περιοχές της Κρήτης θα κοπεί σήμερα Τρίτη 8/9 το ρεύμα
Το λάθος με τον ηλιακό θερμοσίφωνα που ανεβάζει τον λογαριασμό
Σοκαριστικό βίντεο στο Ηράκλειο: ΙΧ «θερίζει» σταθμευμένο αυτοκίνητο και συνεχίζει «ανενόχλητο»
Εορτολόγιο: Ποιο όνομα γιορτάζει σήμερα Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου
Γιατί οι παλιοί ασβέστωναν τα σπίτια στην Κρήτη
Αυτός είναι ο 33χρονος πρωταγωνιστής ερωτικών ταινιών που κατηγορείται ότι εξέδιδε τις δύο 16χρονες
Στιγμές αγωνίας στον Αποσελέμη - Αστυνομικός άρπαξε 25χρονο πριν πέσει από τη γέφυρα
Αναβλήθηκε η κηδεία του 37χρονου σμηναγού, Δημήτρη Πέτρου στα Τζουμέρκα