Ηράκλειο: 34oC
Επόμενο Δελτίο ειδήσεων σε
ΔΕΙΤΕ ΤΩΡΑ
Επόμενο Δελτίο ειδήσεων σε

Σταθερά άνω του 10% η ανεργία

12.05.2024, 23:00

Σε διψήφιο ποσοστό παραμένει η ανεργία στη χώρα μας, εδώ και 14 ολόκληρα χρόνια

Σε διψήφιο ποσοστό παραμένει η ανεργία στη χώρα μας, εδώ και 14 ολόκληρα χρόνια. Ακόμη και τους τελευταίους 18 μήνες, οπότε παρατηρείται μια σημαντικά πτωτική πορεία, δεν έχει καταφέρει να πέσει κάτω από το 10%, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι μια δεξαμενή 500.000 ανέργων αποτελεί τον «σκληρό πυρήνα» του φαινομένου.

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, τα τελευταία στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, που δημοσιοποιήθηκαν την περασμένη βδομάδα, το επιβεβαιώνουν. Στην Ελλάδα, η ανεργία μπορεί να μειώθηκε τον περασμένο Μάρτιο στο 10,2% από 10,8% τον Φεβρουάριο, αλλά παρέμεινε πάνω από το φράγμα του 10%. Ετσι, η χώρα μας διατηρεί το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρωζώνη μετά την Ισπανία (11,7%), την ώρα που όλες οι άλλες χώρες έχουν μονοψήφια ποσοστά. Τον Ιανουάριο, η ανεργία ήταν 10,5%, τον Φεβρουάριο 10,8% και τον Μάρτιο 10,2%, ενώ σε απόλυτους αριθμούς οι άνεργοι μετρήθηκαν σε 502.000 τον Ιανουάριο, σε 517.000 τον Φεβρουάριο και 493.000 τον Μάρτιο.

Είναι, δε, χαρακτηριστικό πως η εγχώρια αγορά εργασίας «μάχεται» 18 μήνες με μια ανεργία που επιμένει κοντά στο 10% χωρίς να το νικάει. Συγκεκριμένα, το ποσοστό της ανεργίας έγραψε για πρώτη φορά –μετά τη δημοσιονομική κρίση χρέους– 11 μπροστά τον Οκτώβριο του 2022 και από τότε, αν και καταγράφει πτωτική πορεία, διατηρείται πέριξ του 11% μέχρι τον περασμένο Ιούλιο, ήτοι για 10 μήνες. Και από τότε, 8 μήνες μετά, δεν έχει ακόμη πέσει κάτω από το 10%.

Νέοι και γυναίκες

Oπως επισημαίνουν οι ειδικοί, παρατηρώντας κανείς το προφίλ των ανέργων, μπορεί να διαπιστώσει και τις αιτίες του προβλήματος. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ και τη ΔΥΠΑ, το προφίλ του ανέργου στον δομικό πυρήνα της ανεργίας είναι νέα γυναίκα, ηλικίας έως 24 ετών. Οσο για τη διάρκεια της ανεργίας, πάνω από 50% των ανέργων παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας για περισσότερο από 12 μήνες. Οι υπόλοιποι άνεργοι ανακυκλώνονται εντός του 12μήνου, λόγω και της έντονης εποχικότητας της απασχόλησης.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό ανεργίας κατά φύλο δείχνει ότι στις γυναίκες το ποσοστό ανεργίας ήταν 14,8% το 2023 και 13,2% το 2024, αισθητά υψηλότερα δηλαδή από τους άνδρες, στους οποίους ήταν 8,6% το 2023 και 8% το 2024. Και αντίστοιχα, στην ηλικιακή ομάδα 15-24 ετών η ανεργία ξεπερνά κάθε άλλο ποσοστό. Το 2023 ήταν 26,8% και το 2024 22,9%. Εναντι 10,4% και 9,7% το 2023 και 2024 αντίστοιχα, για την ηλικιακή ομάδα 25-74 ετών.

Παράλληλα, σε σύνολο 1,03 εκατ. εγγεγραμμένων ανέργων στο τέλος του 2023, οι 538.687 είναι εκτός αγοράς το πολύ έως 11 μήνες. Ολοι οι υπόλοιποι είναι άνεργοι για περισσότερους μήνες. Υπάρχουν δε και σχεδόν 200.000 άνεργοι που παραμένουν εγγεγραμμένοι στις λίστες της ΔΥΠΑ για διάστημα άνω των 60 μηνών (πέντε χρόνια).

Ετσι, και παρότι η ανάπτυξη της Ελλάδας «τρέχει» με πολλαπλάσιους ρυθμούς από τη μέση ανάπτυξη της Ευρωζώνης, η ανεργία δεν λέει να πέσει κάτω από το ψυχολογικό –και όχι μόνο– όριο του 10%.

Σε αυτό το τοπίο, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων ετών αλλά και ένα διαρθρωτικό πρόβλημα της εγχώριας αγοράς ανεργίας, στο οποίο οφείλεται κατά έναν μεγάλο βαθμό και η δυσκολία μείωσης της ανεργίας με γρηγορότερους ρυθμούς, είναι σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα Κοινωνικής Ασφάλισης, νομικό, Νίκο Μηλαπίδη, η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης.

Oπως χαρακτηριστικά επισημαίνει μιλώντας στην «Κ», από το «βρες μου δουλειά», που ήταν το βασικό αίτημα τα προηγούμενα χρόνια, έχουμε πλέον περάσει στο «βρες μου εργαζομένους». Και αυτό, όπως ξεκαθαρίζει, δεν οφείλεται μόνο στο ότι δεν βρίσκονται εργαζόμενοι με υψηλές δεξιότητες. Πολλές θέσεις εργασίας απαιτούν χαμηλότερες δεξιότητες από αυτές που διαθέτουν οι εργαζόμενοι που τις κατέχουν.

Ετσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της CEDEFOP, η Ελλάδα κερδίζει αργυρό μετάλλιο αναντιστοιχίας δεξιοτήτων των εργαζομένων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, αφού συγκεντρώνει τη 2η χειρότερη βαθμολογία στην Ευρωπαϊκή Ενωση των «27» στο skills matching μετά την Ισπανία. Και αντίστοιχα, στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων (skills development) η χώρα μας έρχεται 4η από το τέλος, ενώ είναι ουραγός στον δείκτη ενεργοποίησης δεξιοτήτων (skills activation) καταλαμβάνοντας την 5η θέση από το τέλος.

Αναβάθμιση επενδύσεων

Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας ξεκαθαρίζει ότι η ανεργία υποχωρεί, παραμένει όμως σε πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γιατί η διαρθρωτική ανεργία αντιστέκεται, όπως αντιστέκεται ο «πυρήνας» των μακροχρόνια ανέργων. Οσο για το τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, ο κ. Μηλαπίδης ξεκαθαρίζει ότι για να επιτευχθούν διατηρήσιμοι και ικανοποιητικοί ρυθμοί ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, απαιτείται να μεγαλώσει η ελληνική οικονομία. Για να μεγαλώσει η οικονομία, απαιτούνται η αύξηση της απασχόλησης του εργατικού δυναμικού (μεγαλύτερο ενεργό ποσοστό του πληθυσμού) και η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (το προϊόν ή οι υπηρεσίες που παράγουμε). Και όλα τα παραπάνω θα επιτευχθούν μόνο με τον μετασχηματισμό του παραγωγικού υποδείγματος, που προϋποθέτει αύξηση και ποιοτική αναβάθμιση των επενδύσεων.

Οι επενδύσεις αυτές εξαρτώνται από την ταχύτητα εφαρμογής δομικών μεταρρυθμίσεων σε κομβικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, όπως, για παράδειγμα, η Δικαιοσύνη και η Δημόσια Διοίκηση. Στην Ελλάδα έχει επέλθει βελτίωση στον συγκεκριμένο τομέα, σημειώνει ο γ.γ. του υπουργείου Εργασίας, καθώς η επένδυση σε πάγιο κεφάλαιο έχει αυξηθεί από το 11% το 2019, σχεδόν, στο 15% το 2023, όμως, και πάλι η Ελλάδα υπολείπεται ακόμη του ευρωπαϊκού μέσου όρου (22%). «Είναι σαφές πως ακόμη και μεσοπρόθεσμα, η άνοδος των μισθών θα επιτευχθεί μέσω των επενδύσεων σε πάγιο και ανθρώπινο κεφάλαιο», επισημαίνει ο κ. Μηλαπίδης. Για να συμπληρώσει ότι ο λόγος είναι πολύ απλός και έχει να κάνει με το ότι η αμοιβή της εργασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την παραγωγικότητα.

Θέτει μάλιστα στο τραπέζι έναν ακόμη παράγοντα. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), ίσως το σημαντικότερο πακέτο κοινοτικών πόρων και συναφών μεταρρυθμίσεων, το οποίο έχουμε την ιστορική ευκαιρία να αξιοποιήσουμε ώστε να αλλάξουμε παραγωγικό μοντέλο και να αυξήσουμε –ταυτόχρονα– την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και την κοινωνική συνοχή. «Εάν, βέβαια, δεν εξασφαλίσουμε ότι η χώρα διαθέτει επαρκές ανθρώπινο κεφάλαιο, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα είμαστε σε θέση να απορροφήσουμε σημαντικές επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, μακροπρόθεσμα», καταλήγει.