Ο Επίσκοπος Μπουκόμπας Χρυσόστομος προειδοποιεί για βαθιά κρίση στην ενότητα της Ορθοδοξίας
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της Εκκλησίας κατά τις οποίες μία μόνο φράση αρκεί για να συμπυκνώσει ολόκληρη την τραγωδία μιας εποχής. Μία τέτοια φράση ακούστηκε αυτές τις ημέρες από τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Μπουκόμπας και Δυτικής Τανζανίας κ. Χρυσόστομο, Ιεράρχη του Πρεσβυγενούς Πατριαρχείου Αλεξανδρείας:
«Με τα ρούβλια τους οι σχισματικοί Ρώσοι πυροβολούν τις ψυχές των Αφρικανών».
Δεν πρόκειται για έναν δημοσιογραφικό τίτλο ούτε για μια επιπόλαιη λεκτική υπερβολή. Πρόκειται για τη δραματική κραυγή ενός επισκόπου που διακονεί καθημερινά σε μια από τις πλέον απαιτητικές περιοχές της ορθόδοξης ιεραποστολής και ο οποίος καταγγέλλει ότι η Ορθόδοξη Αφρική γίνεται σήμερα πεδίο μιας πρωτοφανούς εκκλησιαστικής σύγκρουσης.
Η δήλωσή του δεν στρέφεται εναντίον του ρωσικού λαού ούτε εναντίον της μεγάλης πνευματικής παραδόσεως της Ρωσίας, την οποία ο ίδιος τιμά και σέβεται. Αντιθέτως, διακρίνει με σαφήνεια τους Αγίους της Ρωσίας, τους Νεομάρτυρες και τον ευσεβή ρωσικό λαό από τη σημερινή εκκλησιαστική πολιτική της ηγεσίας του Πατριαρχείου Μόσχας.
Και ακριβώς γι’ αυτό η παρέμβασή του αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα. Διότι δεν προέρχεται από έναν σχολιαστή της επικαιρότητας ούτε από έναν αναλυτή των διεθνών σχέσεων. Προέρχεται από έναν κανονικό επίσκοπο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ο οποίος βιώνει καθημερινά τις συνέπειες μιας κρίσης που, τα τελευταία χρόνια, έχει τραυματίσει βαθιά την ενότητα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας.
Η κρίση αυτή δεν άρχισε στην Αφρική. Οι ρίζες της βρίσκονται στην εκκλησιαστική σύγκρουση που ακολούθησε την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και, στη συνέχεια, από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.
Ωστόσο, η απόφαση του Πατριαρχείου Μόσχας να ιδρύσει δική του Πατριαρχική Εξαρχία μέσα στην αποκλειστική κανονική δικαιοδοσία του Δευτεροθρόνου Πατριαρχείου της Ορθοδοξίας άνοιξε ένα νέο και εξαιρετικά σοβαρό κεφάλαιο στην εκκλησιαστική ιστορία.
Για πρώτη φορά στη σύγχρονη εποχή, ένα Πατριαρχείο εγκαθιστά παράλληλη εκκλησιαστική δομή στο έδαφος ενός άλλου αρχαίου Αποστολικού Πατριαρχείου, επικαλούμενο ποιμαντικούς λόγους, ενώ το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας κάνει λόγο για κατάφωρη παραβίαση της κανονικής τάξεως και για απόπειρα διάσπασης της Ορθόδοξης Ιεραποστολής στην Αφρική.
Μέσα σε αυτό το ήδη τεταμένο εκκλησιαστικό περιβάλλον, οι καταγγελίες του Επισκόπου Χρυσοστόμου αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Ο Θεοφιλέστατος δεν περιορίζεται σε κανονικά επιχειρήματα. Περιγράφει μια πραγματικότητα την οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, βιώνει καθημερινά: οικονομικά κίνητρα προς κληρικούς, προσπάθειες προσέλκυσης πιστών, εκμετάλλευση της φτώχειας και δημιουργία νέων εκκλησιαστικών εξαρτήσεων.
Οι καταγγελίες αυτές είναι εξαιρετικά σοβαρές και, ακριβώς γι’ αυτό, απαιτούν προσεκτική εξέταση. Δεν μπορούν ούτε να αγνοηθούν ούτε να αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συνηθισμένης αντιπαράθεσης μεταξύ εκκλησιαστικών κέντρων.
Το διακύβευμα είναι πολύ βαθύτερο. Αφορά το ερώτημα ποια είναι η φύση της Εκκλησίας και με ποια μέσα επιτρέπεται να ασκείται η ιεραποστολή.
Μπορεί η Εκκλησία να επεκτείνεται με τη δύναμη του χρήματος; Μπορεί η οικονομική ισχύς να υποκαταστήσει τη μαρτυρία του Ευαγγελίου; Μπορεί η κανονική τάξη να παραμερίζεται στο όνομα μιας ανώτερης εκκλησιαστικής ή γεωπολιτικής σκοπιμότητας;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει, με τρόπο δραματικό αλλά και βαθιά εκκλησιολογικό, η παρέμβαση του Επισκόπου Μπουκόμπας.
Και αυτά είναι τα ερωτήματα που επιχειρεί να εξετάσει το παρόν άρθρο, όχι μέσα από το πρίσμα εθνικών ανταγωνισμών ή πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά υπό το φως της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, της κανονικής παραδόσεως και της αποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας.
Από την Ουκρανία στην Αφρική. Πώς γεννήθηκε η μεγαλύτερη εκκλησιαστική κρίση του 21ου αιώνα
Για να γίνει κατανοητή η δραματική παρέμβαση του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Μπουκόμπας κ. Χρυσοστόμου, είναι απαραίτητο να θυμηθούμε πώς γεννήθηκε η σημερινή κρίση.
Η υπόθεση δεν ξεκίνησε στην Αφρική. Ξεκίνησε στην Ουκρανία.
Τον Ιανουάριο του 2019, το Οικουμενικό Πατριαρχείο χορήγησε τον Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, ασκώντας ένα κανονικό προνόμιο που του ανήκει ως Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας. Η απόφαση αυτή προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας, το οποίο διέκοψε την εκκλησιαστική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αμφισβήτησε ευθέως την εγκυρότητα της συγκεκριμένης πράξεως.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, ο Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. Θεόδωρος Β΄ αναγνώρισε την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ουκρανίας, μνημονεύοντας τον Προκαθήμενό της κατά τη Θεία Λειτουργία.
Η ενέργεια αυτή αποτέλεσε σημείο καμπής. Για πρώτη φορά μετά τη διακοπή της κοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Μόσχα βρέθηκε αντιμέτωπη και με ένα από τα αρχαιότερα Αποστολικά Πατριαρχεία της Ορθοδοξίας.
Ωστόσο, η απάντηση που ακολούθησε δεν περιορίστηκε στη διακοπή της μνημόνευσης ή στην έκφραση θεολογικής διαφωνίας. Τον Δεκέμβριο του 2021, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας ανακοίνωσε την ίδρυση της Πατριαρχικής Εξαρχίας Αφρικής, μιας νέας εκκλησιαστικής δομής που κάλυπτε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο και υπαγόταν απευθείας στη Μόσχα.
Η απόφαση αυτή χαρακτηρίστηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ως κατάφωρη αντικανονική εισπήδηση, δηλαδή ως επέμβαση στην αποκλειστική κανονική δικαιοδοσία μιας άλλης Τοπικής Εκκλησίας.
Στην ιστορία της Ορθοδοξίας, η έννοια της εισπήδησης δεν αποτελεί μια απλή διοικητική παρατυπία. Θεωρείται σοβαρή παραβίαση της εκκλησιαστικής τάξεως, διότι διασπά την αρχή ότι κάθε επίσκοπος και κάθε Τοπική Εκκλησία ασκούν την ποιμαντική τους ευθύνη μέσα στα κανονικά όρια που έχουν καθοριστεί από την αποστολική παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες.
Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας υπενθύμισε ότι από την αποστολική εποχή ολόκληρη η αφρικανική ήπειρος υπάγεται στη δική του εκκλησιαστική ευθύνη. Η παρουσία της Μόσχας, επομένως, δεν θεωρήθηκε απλώς μια νέα ιεραποστολική πρωτοβουλία, αλλά εγκαθίδρυση μιας παράλληλης εκκλησιαστικής δομής μέσα στην κανονική περιοχή ενός άλλου Πατριαρχείου.
Από την πλευρά του, το Πατριαρχείο Μόσχας υποστήριξε ότι εκατοντάδες Αφρικανοί κληρικοί ζήτησαν αυτοβούλως να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσαν πλέον να παραμείνουν υπό τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας μετά την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Ουκρανίας.
Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το οποίο αντέτεινε ότι κανένας επίσκοπος ή Πατριαρχείο δεν νομιμοποιείται να ιδρύει παράλληλη ιεραρχία σε ξένη κανονική επικράτεια, ακόμη και αν ορισμένοι κληρικοί εκφράζουν διαφωνία με τον κανονικό τους Προκαθήμενο.
Έτσι, μια διαφωνία που ξεκίνησε γύρω από το ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα μεταφέρθηκε στην αφρικανική ήπειρο, μετατρέποντας την ιστορική ιεραποστολή του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας σε νέο πεδίο εκκλησιαστικής αντιπαράθεσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον πρέπει να διαβαστούν οι πρόσφατες δηλώσεις του Επισκόπου Μπουκόμπας. Διότι ο Θεοφιλέστατος δεν μιλά ως παρατηρητής των εξελίξεων. Μιλά ως επίσκοπος που διακονεί καθημερινά σε αυτήν ακριβώς την κανονική επικράτεια, βιώνοντας από κοντά τις συνέπειες της δημιουργίας παράλληλων εκκλησιαστικών δομών, της σύγχυσης μεταξύ των πιστών και της δοκιμασίας που υφίσταται η ορθόδοξη ιεραποστολή στην Αφρική.
Γι’ αυτό και τα λόγια του αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν αποτελούν απλώς μια προσωπική γνώμη. Εκφράζουν την αγωνία ενός ποιμένα που βλέπει να αμφισβητείται, στην πράξη, η κανονική ενότητα της Εκκλησίας μέσα στον ίδιο τον χώρο όπου έχει αναλάβει να διακονεί τον λαό του Θεού.
Ο Επίσκοπος Μπουκόμπας καταγγέλλει μια νέα εκκλησιολογία
Ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα στοιχεία της δημόσιας παρέμβασης του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Μπουκόμπας είναι ότι δεν αρχίζει με καταγγελίες. Αρχίζει με έναν φόρο τιμής: «Σεβόμαστε τους Αγίους της Ρωσίας… Σεβόμαστε την πίστη των Ορθοδόξων Ρώσων χριστιανών…»
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυπική ευγένεια. Είναι μια συνειδητή θεολογική διάκριση.
Ο Επίσκοπος Χρυσόστομος δεν στρέφεται εναντίον ενός λαού που χάρισε στην Εκκλησία μεγάλους αγίους, ομολογητές και νεομάρτυρες. Δεν αμφισβητεί την πνευματική προσφορά της ρωσικής Ορθοδοξίας ούτε την πίστη εκατομμυρίων Ρώσων χριστιανών, οι οποίοι άντεξαν δεκαετίες διωγμών κάτω από το αθεϊστικό σοβιετικό καθεστώς.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Γιατί δείχνει ότι η κριτική του δεν είναι εθνική ούτε αντιρωσική. Είναι καθαρά εκκλησιολογική.
Αυτό που καταγγέλλει δεν είναι η Ρωσία. Είναι μια συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία, η οποία, κατά την κρίση του, αλλοιώνει την ορθόδοξη παράδοση.
Όταν η τοπική παράδοση παρουσιάζεται ως παγκόσμιο μέτρο
Στη δήλωσή του ο Θεοφιλέστατος διατυπώνει μια ιδιαίτερα σοβαρή κατηγορία. Υποστηρίζει ότι η σημερινή ηγεσία του Πατριαρχείου Μόσχας προβάλλει τη ρωσική εκκλησιαστική εμπειρία όχι ως μία από τις μεγάλες παραδόσεις της Ορθοδοξίας, αλλά ως τη μοναδική αυθεντική έκφρασή της.
Κατά την άποψή του, καλλιεργείται η αντίληψη ότι η ρωσική ευσέβεια αποτελεί το πρότυπο όλων των Ορθοδόξων και ότι οι υπόλοιπες τοπικές εκκλησιαστικές παραδόσεις οφείλουν να ευθυγραμμιστούν με αυτήν.
Εάν ισχύει μια τέτοια θεώρηση, τότε πρόκειται για μια βαθιά μεταβολή της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε οικοδομήθηκε πάνω στην κυριαρχία μιας εθνικής παράδοσης επί των άλλων. Η ενότητά της δεν προήλθε από την επικράτηση ενός λαού, μιας γλώσσας ή μιας πολιτισμικής έκφρασης. Οικοδομήθηκε πάνω στην κοινή πίστη των Αποστόλων, στη συνοδικότητα και στον αμοιβαίο σεβασμό των κατά τόπους Εκκλησιών.
Η ποικιλία των λειτουργικών παραδόσεων, των γλωσσών και των τοπικών εθίμων δεν θεωρήθηκε ποτέ απειλή για την ενότητα. Αντιθέτως, αποτέλεσε έκφραση της καθολικότητας της Εκκλησίας.
Η αμφισβήτηση της πατερικής παραδόσεως
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και ένα άλλο σημείο της δήλωσης του Επισκόπου Χρυσοστόμου. Καταγγέλλει ότι διατυπώνονται από ορισμένους κύκλους της Μόσχας απόψεις σύμφωνα με τις οποίες οι Έλληνες Πατέρες δήθεν αλλοίωσαν τη χριστιανική πίστη με την ελληνική φιλοσοφία.
Η θέση αυτή, εάν πράγματι προβάλλεται ως θεολογική αρχή, δεν αποτελεί απλώς ιστορική κρίση. Θίγει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία κατανοεί τη διαμόρφωση του δόγματός της.
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, η θεολογία των Μεγάλων Καππαδοκών, του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και τόσων άλλων Πατέρων δεν αποτελούν ελληνικές φιλοσοφικές σχολές. Αποτελούν τη δογματική συνείδηση της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα και τη φιλοσοφική ορολογία ως εργαλεία για να εκφράσει το αποκαλυμμένο περιεχόμενο της πίστεως, όχι για να το αλλοιώσει.
Η κατηγορία ότι οι Πατέρες «ελληνοποίησαν» τον Χριστιανισμό έχει κατά καιρούς διατυπωθεί κυρίως από ετερόδοξους ή από σύγχρονες ιδεολογικές προσεγγίσεις της ιστορίας του δόγματος. Γι’ αυτό και η αναφορά του Επισκόπου Χρυσοστόμου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν πρόκειται για μια διαφωνία περί ιστορίας. Πρόκειται για ερώτημα που αγγίζει τα ίδια τα θεμέλια της ορθόδοξης θεολογίας.
Όταν η εκκλησιολογία συναντά τη γεωπολιτική
Η δημόσια παρέμβαση του Θεοφιλεστάτου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή συνδέει αυτές τις θεολογικές θέσεις με συγκεκριμένες εκκλησιαστικές πρακτικές. Κατά την εκτίμησή του, η αμφισβήτηση της συνοδικής παραδόσεως και των ιστορικών Πατριαρχείων δεν μένει στη θεωρία. Μεταφράζεται σε πράξεις.
Στη μη μνημόνευση του Οικουμενικού Πατριάρχη. Στη μη μνημόνευση του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Στη δημιουργία παράλληλων εκκλησιαστικών δομών. Στην εγκατάσταση νέας εκκλησιαστικής διοίκησης μέσα στην κανονική επικράτεια ενός άλλου Πατριαρχείου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της κριτικής του. Δεν θεωρεί ότι πρόκειται για μεμονωμένες ενέργειες. Τις αντιμετωπίζει ως εκφράσεις μιας νέας αντίληψης περί Εκκλησίας, στην οποία η εκκλησιαστική ισχύς φαίνεται να υπερισχύει της κανονικής τάξεως. Και αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη προειδοποίηση που απευθύνει.
Διότι στην ορθόδοξη παράδοση η ενότητα της Εκκλησίας δεν διαφυλάσσεται με την υπεροχή του ισχυρότερου. Διαφυλάσσεται με την πίστη στην αποστολική παράδοση, με τη συνοδικότητα και με τον σεβασμό των κανονικών ορίων κάθε Τοπικής Εκκλησίας.
Αυτό είναι το πραγματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο πρέπει να διαβαστεί η δραματική φράση του:
«Με τα ρούβλια τους οι σχισματικοί Ρώσοι πυροβολούν τις ψυχές των Αφρικανών».
Δεν είναι μια φράση πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι η έκφραση της πεποίθησης ότι, όταν η εκκλησιαστική αποστολή αποσυνδέεται από την κανονική τάξη και από το ήθος του Ευαγγελίου, το τραύμα δεν αφορά μόνο τους θεσμούς. Αφορά την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας.
Η «διπλωματία των ρουβλίων». Όταν η φτώχεια γίνεται εργαλείο εκκλησιαστικής επιρροής
Στην παρέμβασή του ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπουκόμπας χρησιμοποιεί ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα. Δεν περιορίζεται να καταγγείλει την αντικανονική παρουσία του Πατριαρχείου Μόσχας στην Αφρική. Προχωρεί ακόμη περισσότερο.
Υποστηρίζει ότι η επέκταση αυτή δεν στηρίζεται πρωτίστως στην ιεραποστολή, στην κατήχηση ή στη συγκρότηση νέων εκκλησιαστικών κοινοτήτων, αλλά στην οικονομική δύναμη.
Οι καταγγελίες του είναι σαφείς. Κάνει λόγο για οικονομικά κίνητρα προς κληρικούς, για προσπάθειες προσεταιρισμού πιστών, για εκμετάλλευση της ακραίας φτώχειας που χαρακτηρίζει πολλές περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής και για δημιουργία εξαρτήσεων που αλλοιώνουν την ελευθερία της εκκλησιαστικής συνείδησης.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρούς ισχυρισμούς. Ως τέτοιοι πρέπει να αντιμετωπίζονται: με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και διάκριση. Συνεπώς, το πρόβλημα υπερβαίνει κατά πολύ μια σύγκρουση μεταξύ δύο Πατριαρχείων. Αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία αντιλαμβάνεται την αποστολή της.
Η Εκκλησία δεν στρατολογεί· μαρτυρεί
Η ιστορία της Ορθοδοξίας είναι ιστορία μαρτυρίας. Οι Απόστολοι δεν διέδωσαν το Ευαγγέλιο επειδή διέθεταν οικονομική ισχύ. Οι μεγάλοι ιεραπόστολοι δεν προσείλκυσαν λαούς επειδή μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την πίστη τους.
Ο Άγιος Μάρκος στην Αλεξάνδρεια, οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος στους Σλάβους, ο Άγιος Νικόλαος της Ιαπωνίας, ο Άγιος Ιννοκέντιος της Αλάσκας, οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας στην Κένυα, στην Τανζανία, στην Ουγκάντα και στο Κονγκό δεν δημιούργησαν Εκκλησίες προσφέροντας οικονομικά ανταλλάγματα.
Πρόσφεραν το Ευαγγέλιο. Έμαθαν τη γλώσσα των ανθρώπων. Έζησαν μαζί τους. Υπέμειναν τις ίδιες δυσκολίες. Έγιναν πατέρες και αδελφοί τους.
Αυτή είναι η ορθόδοξη ιεραποστολή. Δεν αγοράζει ανθρώπους. Κερδίζει καρδιές.
Η φτώχεια δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εκκλησιαστικό εργαλείο
Η Αφρική είναι μία από τις πλέον δοκιμαζόμενες ηπείρους του πλανήτη. Σε πολλές περιοχές, ένας ιερέας αγωνίζεται καθημερινά να εξασφαλίσει όχι μόνο τα στοιχειώδη για την οικογένειά του, αλλά ακόμη και τα απαραίτητα για τη λειτουργική ζωή της ενορίας του.
Ακριβώς γι’ αυτό, η χρήση οικονομικών κινήτρων αποκτά τεράστια ηθική βαρύτητα.
Η φτώχεια δεν είναι ελευθερία επιλογής. Είναι κατάσταση ανάγκης. Και όταν η ανάγκη γίνεται μέσο εκκλησιαστικής επιρροής, γεννώνται εύλογα και οδυνηρά ερωτήματα.
Ο Θεοφιλέστατος χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα σκληρή έκφραση:
«Εξαγοράζουν συνειδήσεις».
Η φράση αυτή δεν πρέπει να διαβαστεί ως μια συναισθηματική έξαρση. Αποτελεί τη συμπύκνωση της αγωνίας ενός επισκόπου που θεωρεί ότι η οικονομική ανισότητα μετατρέπεται σε παράγοντα εκκλησιαστικής αναδιάταξης.
Όταν αυτό συμβαίνει, τότε δεν αλλοιώνεται μόνο η διοικητική τάξη της Εκκλησίας. Αλλοιώνεται η ίδια η σχέση του ανθρώπου με την εκκλησιαστική του ταυτότητα.
«Δίνετε ρούβλια και δημιουργείτε νέους Ιούδες»
Ελάχιστες φράσεις στη σύγχρονη εκκλησιαστική αρθρογραφία είναι τόσο βαριές όσο αυτή. Ο Επίσκοπος Μπουκόμπας παραλληλίζει την οικονομική προσέλκυση κληρικών με τα τριάκοντα αργύρια της προδοσίας.
Πρόκειται για μια εικόνα εξαιρετικά έντονη. Δεν αποδίδει απλώς οικονομικό χαρακτήρα στο πρόβλημα. Του αποδίδει πνευματική διάσταση. Διότι στην ευαγγελική προοπτική η προδοσία του Ιούδα δεν ήταν μόνο χρηματική πράξη. Ήταν η στιγμή κατά την οποία το χρήμα έγινε ισχυρότερο από την πιστότητα.
Αυτόν ακριβώς τον κίνδυνο περιγράφει ο Θεοφιλέστατος. Όχι ότι κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν εκκλησιαστική υπαγωγή. Αλλά ότι η οικονομική εξάρτηση μπορεί να υποκαταστήσει την ελεύθερη εκκλησιαστική συνείδηση.
Το ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί
Ακόμη και αν κάποιοι θεωρούν υπερβολική τη γλώσσα του Επισκόπου Χρυσοστόμου δύσκολα μπορούν να παρακάμψουν τα βασικά ερωτήματα που θέτει:
Μπορεί η Εκκλησία να χρησιμοποιεί την οικονομική της δύναμη ως μέσο επεκτάσεως της επιρροής της; Μπορεί η οικονομική υπεροχή να λειτουργεί ως κριτήριο εκκλησιαστικής επιτυχίας; Μπορεί η φτώχεια ενός λαού να μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ εκκλησιαστικών κέντρων;
Η ιστορία της Ορθοδοξίας δίνει μια σαφή απάντηση: Η Εκκλησία μεγαλούργησε όταν θυσίαζε. Όχι όταν εξαγόραζε.
Οι μεγάλοι ιεραπόστολοι δεν κατέκτησαν λαούς με τον πλούτο τους. Τους κέρδισαν με την αγιότητά τους.
Γι’ αυτό και η καταγγελία του Επισκόπου Μπουκόμπας θέτει ενώπιον ολόκληρης της Ορθοδοξίας ένα θεμελιώδες ερώτημα:
Μπορεί η αποστολή της Εκκλησίας να υπηρετηθεί με μέσα που θυμίζουν τη λογική της κοσμικής ισχύος ή η δύναμή της παραμένει, όπως από την ημέρα της Πεντηκοστής, αποκλειστικά η αλήθεια του Ευαγγελίου;
Η κανονική τάξη δεν είναι διοικητικός τύπος
Γιατί η εισπήδηση θεωρείται βαρύ εκκλησιολογικό παράπτωμα
Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιείται συχνά ο όρος «αντικανονική εισπήδηση», σαν να πρόκειται για μια τεχνική ή διοικητική παράβαση. Στην πραγματικότητα, όμως, η κανονική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας αντιμετωπίζει το ζήτημα πολύ βαθύτερα.
Η απαγόρευση της εισπήδησης δεν θεσπίστηκε για να προστατεύσει προνόμια, εξουσίες ή γεωγραφικές ζώνες επιρροής. Θεσπίστηκε για να διαφυλάξει την ενότητα της Εκκλησίας.
Από τους Αποστολικούς Κανόνες έως τις Οικουμενικές Συνόδους διαμορφώνεται μία σταθερή εκκλησιολογική αρχή: κανένας επίσκοπος δεν μπορεί να ασκεί εκκλησιαστική εξουσία μέσα στην κανονική δικαιοδοσία άλλου επισκόπου χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Η αρχή αυτή δεν αποτελεί προϊόν διοικητικής οργάνωσης. Πηγάζει από την ίδια την ευχαριστιακή αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας.
Κάθε τοπική Εκκλησία συγκροτείται γύρω από τον κανονικό της επίσκοπο. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο παράλληλες επισκοπικές εξουσίες στον ίδιο εκκλησιαστικό χώρο χωρίς να δημιουργείται σύγχυση στο εκκλησιαστικό σώμα.
Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας αντιμετώπισαν με ιδιαίτερη αυστηρότητα κάθε απόπειρα δημιουργίας παράλληλης ιεραρχίας. Δεν έβλεπαν σε αυτήν μια απλή διοικητική διαφωνία. Έβλεπαν τον κίνδυνο της διασπάσεως.
Οι Ιεροί Κανόνες προστατεύουν την ενότητα
Οι Ιεροί Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων κατοχυρώνουν με σαφήνεια τον σεβασμό των εκκλησιαστικών ορίων κάθε Τοπικής Εκκλησίας.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος επιβεβαίωσε τα αρχαία εκκλησιαστικά προνόμια των μεγάλων Θρόνων. Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος απαγόρευσε στους επισκόπους να επεκτείνουν την εξουσία τους πέρα από τα όρια της επαρχίας τους. Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος επανέλαβε την ίδια θεμελιώδη αρχή, συνδέοντας την κανονική τάξη με τη συνοδική ζωή της Εκκλησίας.
Στους αιώνες που ακολούθησαν, οι μεγάλοι ερμηνευτές των Ιερών Κανόνων —ο Ιωάννης Ζωναράς, ο Θεόδωρος Βαλσαμών και ο Αλέξιος Αριστηνός— υπογράμμισαν ότι η παραβίαση της κανονικής δικαιοδοσίας άλλης Εκκλησίας δεν αποτελεί απλώς διοικητική υπέρβαση. Αποτελεί τραύμα στην εκκλησιαστική ενότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε επί αιώνες τη δημιουργία παράλληλων επισκοπών στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Ακόμη και όταν προέκυπταν έντονες θεολογικές διαφωνίες, η θεραπεία αναζητούνταν μέσα από τη συνοδική διαδικασία και όχι μέσω της εγκαθίδρυσης ανταγωνιστικών εκκλησιαστικών δομών.
Η περίπτωση της Αφρικής
Υπό το φως αυτής της κανονικής παραδόσεως αποκτά ιδιαίτερη σημασία η κρίση που εκδηλώθηκε στην Αφρική. Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας θεωρεί ότι ολόκληρη η αφρικανική ήπειρος αποτελεί την κανονική του επικράτεια ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες.
Η ίδρυση Πατριαρχικής Εξαρχίας από άλλο Πατριαρχείο μέσα σε αυτήν την περιοχή δεν εκλαμβάνεται απλώς ως διοικητική πρωτοβουλία. Εκλαμβάνεται ως ευθεία αμφισβήτηση μιας θεμελιώδους εκκλησιολογικής αρχής.
Από την άλλη πλευρά, το Πατριαρχείο Μόσχας υποστηρίζει ότι ανταποκρίθηκε σε αιτήματα Αφρικανών κληρικών που επιθυμούσαν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του. Αυτό ακριβώς αποτελεί το επίκεντρο της διαφωνίας.
Διότι, σύμφωνα με την παραδοσιακή κανονική αντίληψη της Ορθοδοξίας, η ύπαρξη δυσαρεστημένων ή διαφωνούντων κληρικών δεν αρκεί από μόνη της για να νομιμοποιήσει τη δημιουργία παράλληλης εκκλησιαστικής δομής μέσα στην κανονική επικράτεια άλλης Τοπικής Εκκλησίας.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την Αφρική. Αφορά το κατά πόσον εξακολουθούν να ισχύουν στην πράξη οι θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές που διαμόρφωσαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι.
Η αγωνία ενός ποιμένα
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαβάζονται διαφορετικά και τα λόγια του Επισκόπου Μπουκόμπας. Η αγωνία του δεν περιορίζεται στην απώλεια κληρικών ή ενοριών. Δεν εκφράζει μόνο την ανησυχία ενός επισκόπου που βλέπει να μειώνεται η ποιμαντική του ευθύνη.
Η βαθύτερη ανησυχία του αφορά το ενδεχόμενο να παγιωθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια νέα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία τα κανονικά όρια μπορούν να παραμερίζονται όταν το επιτρέπουν οι εκκλησιαστικοί ή γεωπολιτικοί συσχετισμοί.
Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η κρίση δεν θα αφορά πλέον μόνο τις σχέσεις μεταξύ Αλεξανδρείας και Μόσχας. Θα αφορά το ίδιο το οικοδόμημα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας.
Διότι η ενότητα της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στην υπεροχή του ισχυρότερου. Στηρίζεται στην κοινή αποδοχή της κανονικής τάξεως ως έκφρασης της πίστης και όχι ως απλού διοικητικού μηχανισμού.
Αυτό είναι, ίσως, το βαθύτερο μήνυμα που αναδύεται μέσα από την παρέμβαση του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Χρυσοστόμου. Η υπεράσπιση της κανονικής τάξεως δεν είναι υπεράσπιση διοικητικών προνομίων. Είναι υπεράσπιση της ίδιας της ενότητας της Εκκλησίας.
Η Αφρική δεν είναι «ιεραποστολικό πεδίο». Είναι μία από τις αρχαιότερες κοιτίδες της Ορθοδοξίας
Στο τέλος της δημόσιας παρέμβασής του, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπουκόμπας δεν απαντά στις καταγγελίες με πολιτικά επιχειρήματα. Δεν επικαλείται αριθμούς. Δεν μιλά για ισορροπίες ισχύος. Δεν αναφέρεται σε οικονομικά μεγέθη.
Επικαλείται τους Αγίους. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Με τον τρόπο αυτό υπενθυμίζει μια ιστορική αλήθεια που συχνά λησμονείται στον σύγχρονο εκκλησιαστικό διάλογο. Η Αφρική δεν είναι ένας άγνωστος τόπος στον οποίο έφθασε πρόσφατα η Ορθοδοξία. Δεν αποτελεί μια «νέα ήπειρο» που περιμένει να γνωρίσει τον Χριστό.
Η Αφρική είναι μία από τις γενέθλιες γαίες της Εκκλησίας. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας ιδρύθηκε, σύμφωνα με την αδιάλειπτη εκκλησιαστική παράδοση, από τον Άγιο και Ευαγγελιστή Μάρκο. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά και θεολογικά κέντρα ολόκληρης της Χριστιανοσύνης.
Στην Αλεξάνδρεια διαμορφώθηκε μία από τις σπουδαιότερες θεολογικές σχολές της αρχαίας Εκκλησίας. Εδώ έδρασαν ο Πάνταινος, ο Κλήμης Αλεξανδρείας και ο Ωριγένης, ανοίγοντας τον δρόμο για τη μεγάλη πατερική θεολογία που θα ακολουθούσε.
Από αυτήν τη γη αναδείχθηκε ο Μέγας Αθανάσιος, ο ακατάβλητος υπερασπιστής της πίστεως της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου απέναντι στον Αρειανισμό. Εδώ έλαμψε ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο πρωταγωνιστής της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου και ένας από τους κορυφαίους δογματικούς θεολόγους όλων των εποχών.
Εδώ γεννήθηκε ο χριστιανικός μοναχισμός. Οι μεγάλες μορφές του Μεγάλου Αντωνίου, του Παχωμίου, του Μακαρίου του Μεγάλου, του Μακαρίου του Αλεξανδρέως, του Ισιδώρου του Πηλουσιώτου και αναρίθμητων άλλων ασκητών δεν διαμόρφωσαν μόνο την πνευματικότητα της Ανατολής. Επηρέασαν ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
Από την αφρικανική γη αναδείχθηκαν επίσης σπουδαίοι μάρτυρες, ομολογητές και ποιμένες, των οποίων η μνήμη αποτελεί μέχρι σήμερα ζωντανό τμήμα της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας.
Δεν είναι, λοιπόν, υπερβολή όταν ο Επίσκοπος Χρυσόστομος απαριθμεί τους Αποστόλους, τους Πατέρες, τους Οσίους και τους Μάρτυρες της Αφρικής. Δεν πρόκειται για μια λογοτεχνική εικόνα. Πρόκειται για μια υπενθύμιση της ιστορικής συνέχειας της Εκκλησίας.
Η σύγχρονη αφρικανική ιεραποστολή
Η ιστορία αυτή δεν σταμάτησε στους πρώτους αιώνες. Κατά τον εικοστό αιώνα, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας γνώρισε μια νέα ιεραποστολική άνθηση. Με ελάχιστα οικονομικά μέσα αλλά με μεγάλη αυτοθυσία, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί και λαϊκοί εργάστηκαν για τη διάδοση του Ευαγγελίου σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο.
Ιδρύθηκαν ενορίες. Οικοδομήθηκαν ναοί. Δημιουργήθηκαν σχολεία, ορφανοτροφεία, κέντρα υγείας και κατηχητικές σχολές. Μεταφράστηκαν λειτουργικά και κατηχητικά κείμενα σε δεκάδες αφρικανικές γλώσσες.
Το σημαντικότερο όμως έργο δεν ήταν τα κτίρια. Ήταν οι άνθρωποι. Χιλιάδες Αφρικανοί βαπτίστηκαν στην Ορθόδοξη πίστη. Εκατοντάδες νέοι χειροτονήθηκαν κληρικοί. Αναδείχθηκαν γηγενείς επίσκοποι, οι οποίοι σήμερα ποιμαίνουν τις τοπικές Εκκλησίες όχι ως εκπρόσωποι μιας ξένης δύναμης, αλλά ως πατέρες του ίδιου του λαού τους.
Αυτήν ακριβώς την Εκκλησία υπερασπίζεται σήμερα ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπουκόμπας. Δεν υπερασπίζεται μια εθνική παρουσία. Δεν υπερασπίζεται ελληνικά συμφέροντα. Υπερασπίζεται μια τοπική Εκκλησία που γεννήθηκε μέσα από δεκαετίες θυσιών, κόπων, ασθενειών, στερήσεων και αδιάκοπης ιεραποστολικής προσφοράς.
«Έχετε απέναντί σας τους Αγίους μας»
Ίσως η πιο συγκλονιστική παράγραφος της δήλωσής του να είναι η τελευταία:
«Η Αφρική των Αποστόλων αντιστέκεται. Η Αφρική των Πατέρων αντιστέκεται. Η Αφρική των Οσίων αντιστέκεται. Η Αφρική των Μαρτύρων αντιστέκεται».
Και αμέσως μετά:
«Απέναντί σας δεν έχετε εμάς τους φτωχούς Αφρικανούς. Έχετε την πίστη μας. Έχετε τους Αγίους μας».
Πρόκειται για μια φράση με βαθύ εκκλησιολογικό περιεχόμενο. Ο Θεοφιλέστατος δεν αντιπαραθέτει στη δύναμη την αντιδύναμη. Δεν αντιπαραθέτει οικονομικούς πόρους. Δεν αντιπαραθέτει πολιτική επιρροή.
Αντιπαραθέτει την εκκλησιαστική μνήμη. Δηλαδή εκείνο το αδιάκοπο νήμα που συνδέει τη σημερινή Ορθοδοξία της Αφρικής με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, με τον Μέγα Αθανάσιο, με τον Άγιο Κύριλλο, με τους μεγάλους ασκητές της ερήμου και με τους αμέτρητους μάρτυρες που αγίασαν σε αυτή τη γη.
Γι’ αυτό και η τελευταία του προτροπή αποκτά ξεχωριστό βάρος:
«Μην αγιομαχείτε!».
Η λέξη αυτή είναι εξαιρετικά σπάνια. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο ισχυρή.
Δεν πρόκειται απλώς για μια έκκληση να σταματήσει μια εκκλησιαστική διαμάχη. Είναι προειδοποίηση ότι κάθε ενέργεια η οποία τραυματίζει την κανονική ενότητα μιας αποστολικής Εκκλησίας δεν συγκρούεται μόνο με θεσμούς ή πρόσωπα. Συγκρούεται με μια ζωντανή παράδοση που σφραγίστηκε από το αίμα των μαρτύρων, την άσκηση των οσίων και τη θεολογία των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας.
Και αυτή είναι, ίσως, η βαθύτερη απάντηση του Επισκόπου Μπουκόμπας. Η Ορθοδοξία στην Αφρική δεν θεμελιώνεται στον πλούτο. Δεν στηρίζεται στη γεωπολιτική. Δεν επιβιώνει χάρη στις ισορροπίες ισχύος.
Το θεμέλιό της είναι οι Άγιοί της. Και αυτό το θεμέλιο, όπως μαρτυρεί η ιστορία της Εκκλησίας επί δύο χιλιάδες χρόνια, δεν μπορεί να αγοραστεί με κανένα νόμισμα.
Πέρα από τη Μόσχα και την Αλεξάνδρεια. Η κρίση της Ορθοδοξίας στον 21ο αιώνα
Όσοι αντιμετωπίζουν όσα συμβαίνουν στην Αφρική ως μια ακόμη διαμάχη μεταξύ δύο Πατριαρχείων, πιθανότατα δεν έχουν αντιληφθεί το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος. Η κρίση αυτή δεν αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Αλεξανδρείας. Δεν αφορά μόνο την Ουκρανία. Δεν αφορά μόνο την Αφρική. Αφορά την ίδια την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι πολύ βαθύτερο: Πώς ασκείται η ενότητα της Εκκλησίας;
Η ορθόδοξη παράδοση έδωσε διαχρονικά μία σαφή απάντηση. Η ενότητα δεν επιβάλλεται. Δεν εξασφαλίζεται με την πολιτική ισχύ. Δεν κατοχυρώνεται με την οικονομική δύναμη. Δεν οικοδομείται με παράλληλες δικαιοδοσίες.
Η ενότητα είναι καρπός της κοινής πίστεως, της συνοδικότητας, του σεβασμού της κανονικής τάξεως και της ευχαριστιακής κοινωνίας. Αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη προσφορά της Ορθοδοξίας στην ιστορία του Χριστιανισμού.
Η Εκκλησία δεν λειτουργεί ως αυτοκρατορία. Δεν γνωρίζει αποικίες. Δεν αναγνωρίζει ζώνες εκκλησιαστικής κυριαρχίας που επιβάλλονται από την ισχύ του ισχυρότερου.
Κάθε Τοπική Εκκλησία αποτελεί πλήρη έκφραση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Γι’ αυτό και οι σχέσεις μεταξύ των Τοπικών Εκκλησιών οικοδομούνται πάνω στην κοινωνία, όχι στον ανταγωνισμό.
Η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας
Ο εικοστός πρώτος αιώνας φέρνει την Ορθοδοξία αντιμέτωπη με μια πρόκληση που οι προηγούμενες γενιές δεν γνώρισαν με την ίδια ένταση. Η γεωπολιτική επιρροή μεγάλων κρατών, η οικονομική ισχύς, η δημόσια διπλωματία, οι διεθνείς συγκρούσεις και οι στρατηγικές επιδιώξεις ασκούν ολοένα και μεγαλύτερη πίεση πάνω στην εκκλησιαστική ζωή.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι Τοπικές Εκκλησίες επηρεάζονται από τις εξελίξεις του κόσμου. Αυτό συνέβαινε πάντοτε. Το ερώτημα είναι αν θα επιτρέψουν στις λογικές του κόσμου να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την αποστολή τους.
Κάθε φορά που η Εκκλησία υιοθέτησε τα μέσα της κοσμικής ισχύος ως πρωτεύοντα τρόπο δράσης, η μαρτυρία της τραυματίστηκε. Η ιστορία το αποδεικνύει.
Αντίθετα, οι μεγάλες περίοδοι αναγεννήσεως της Εκκλησίας γεννήθηκαν πάντοτε από την αγιότητα, τη μετάνοια, την ομολογία της πίστεως και τη θυσιαστική διακονία. Δεν γεννήθηκαν από τη συσσώρευση δύναμης.
Μια προειδοποίηση που δεν αφορά μόνο τη Μόσχα
Η παρέμβαση του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Χρυσοστόμου έχει αξία ακόμη και για όσους ίσως εκπλήσσονται με την οξύτητα της γλώσσας του. Διότι η προειδοποίησή του δεν περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη Εκκλησία. Στην πραγματικότητα, απευθύνεται προς όλους.
Κάθε Τοπική Εκκλησία θα μπορούσε, θεωρητικά, να υποκύψει στον πειρασμό της ισχύος. Κάθε εκκλησιαστική διοίκηση θα μπορούσε να θεωρήσει ότι ο σκοπός δικαιώνει τα μέσα. Κάθε εκκλησιαστικός οργανισμός θα μπορούσε να παρασυρθεί από τη λογική των αριθμών, της επιρροής και της επέκτασης.
Ακριβώς γι’ αυτό η φωνή ενός ποιμένα που υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν οικοδομείται με χρήματα, αλλά με θυσία, έχει σημασία που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη συγκυρία. Δεν αποτελεί απλώς κριτική. Αποτελεί υπενθύμιση της ίδιας της ευαγγελικής ταυτότητας της Εκκλησίας.
Το μέλλον της Ορθοδοξίας
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία να μην είναι οι εξωτερικές πιέσεις. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θα παραμείνει πιστή στον εαυτό της.
Θα εξακολουθήσει να αντιλαμβάνεται την ενότητα ως δώρο του Αγίου Πνεύματος ή θα την υποκαταστήσει με μηχανισμούς ισχύος;
Θα συνεχίσει να θεωρεί την κανονική τάξη ως έκφραση της αποστολικής παραδόσεως ή θα την αντιμετωπίσει ως εμπόδιο που μπορεί να παραμερίζεται όταν το απαιτούν οι περιστάσεις;
Θα παραμείνει Εκκλησία των μαρτύρων, των ομολογητών και των ασκητών ή θα κινδυνεύσει να υιοθετήσει λογικές που ανήκουν στον κόσμο της πολιτικής και της γεωστρατηγικής;
Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα που αναδύονται μέσα από τη δημόσια παρέμβαση του Επισκόπου Μπουκόμπας. Και ίσως γι’ αυτό τα λόγια του προκάλεσαν τόσο έντονη αίσθηση. Διότι πίσω από τη φράση για τα «ρούβλια» δεν κρύβεται απλώς μια διαμαρτυρία. Κρύβεται η αγωνία ενός επισκόπου για το ποια Εκκλησία θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Όταν πυροβολούνται οι ψυχές
Στο τέλος αυτού του άρθρου αξίζει να επιστρέψουμε στη φράση από την οποία ξεκινήσαμε:
«Με τα ρούβλια τους οι σχισματικοί Ρώσοι πυροβολούν τις ψυχές των Αφρικανών».
Είναι μια σκληρή φράση. Ίσως από τις σκληρότερες που έχουν διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια από έναν εν ενεργεία Ιεράρχη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.
Κάποιοι θα τη θεωρήσουν υπερβολική. Άλλοι θα τη χαρακτηρίσουν προφητική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν μπορεί να αφήσει κανέναν αδιάφορο. Διότι πίσω από αυτή τη φράση δεν βρίσκεται απλώς η αγανάκτηση ενός επισκόπου. Βρίσκεται η αγωνία ενός ποιμένα για την Εκκλησία.
Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπουκόμπας δεν εκφράζει τον φόβο ότι το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας θα χάσει ενορίες, ναούς ή κληρικούς. Η βαθύτερη ανησυχία του είναι διαφορετική.
Ανησυχεί μήπως η Ορθόδοξη Εκκλησία συνηθίσει να σκέφτεται με όρους ισχύος αντί για όρους θυσίας. Μήπως αρχίσει να αξιολογεί την επιτυχία της με βάση την επέκταση της επιρροής της και όχι με βάση την πιστότητά της στο Ευαγγέλιο. Μήπως αποδεχθεί ως φυσιολογικό ότι η οικονομική δύναμη μπορεί να λειτουργεί ως μέσο εκκλησιαστικής οικοδομής.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το πραγματικό βάθος της συζήτησης.
Η ιστορία της Εκκλησίας δεν γράφτηκε από τους ισχυρούς. Γράφτηκε από τους Αγίους.
Δεν γράφτηκε από εκείνους που διέθεταν περισσότερους πόρους. Γράφτηκε από εκείνους που πρόσφεραν περισσότερη αγάπη.
Δεν γράφτηκε από όσους κατέκτησαν περισσότερες περιοχές. Γράφτηκε από όσους κέρδισαν περισσότερες ψυχές για τον Χριστό.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος δεν έφθασε στην Αλεξάνδρεια συνοδευόμενος από οικονομική ισχύ. Ο Μέγας Αθανάσιος δεν υπεράσπισε την πίστη επειδή διέθετε πολιτική δύναμη. Ο Μέγας Αντώνιος δεν άλλαξε την ιστορία του μοναχισμού επειδή είχε περιουσία. Ο Άγιος Νεκτάριος δεν αναγέννησε την ιεραποστολή της Αφρικής επειδή διέθετε ισχυρούς μηχανισμούς.
Η δύναμή τους ήταν μία. Η αλήθεια του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η δύναμη που οικοδομεί την Εκκλησία εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια.
Όλες οι άλλες μορφές ισχύος αποδεικνύονται πρόσκαιρες. Οι αυτοκρατορίες πέρασαν. Τα πολιτικά συστήματα κατέρρευσαν. Οι ιδεολογίες γεννήθηκαν και χάθηκαν.
Η Εκκλησία όμως παρέμεινε, όχι επειδή προσαρμόστηκε στη λογική του κόσμου, αλλά επειδή έμεινε πιστή στον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό.
Γι’ αυτό και η παρέμβαση του Επισκόπου Μπουκόμπας δεν αφορά μόνο τη σημερινή αντιπαράθεση ανάμεσα στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και το Πατριαρχείο Μόσχας.
Αφορά όλους μας. Αφορά κάθε Τοπική Εκκλησία. Αφορά κάθε επίσκοπο. Κάθε πρεσβύτερο. Κάθε μοναχό. Κάθε πιστό.
Θυμίζει ότι η Εκκλησία κινδυνεύει όχι μόνο όταν διώκεται. Κινδυνεύει και όταν αρχίζει να εμπιστεύεται περισσότερο τη δύναμη του κόσμου παρά τη δύναμη του Σταυρού.
Ίσως, λοιπόν, το βαθύτερο μήνυμα της παρέμβασης του Θεοφιλεστάτου να συνοψίζεται σε μία απλή αλλά διαχρονική αλήθεια: Η Εκκλησία δεν οικοδομείται με χρήματα. Δεν επεκτείνεται με γεωπολιτικές στρατηγικές. Δεν μεγαλώνει με διοικητικές κατακτήσεις. Η Εκκλησία οικοδομείται μόνο εκεί όπου υπάρχει αλήθεια, αγιότητα, ταπείνωση και θυσιαστική αγάπη.
Όλα τα υπόλοιπα, όσο εντυπωσιακά και αν φαίνονται για μια εποχή, δεν έχουν διάρκεια. Γιατί η ιστορία της Εκκλησίας δεν ανήκει στους ισχυρούς. Ανήκει στους Αγίους.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική απάντηση στη δραματική κραυγή του Επισκόπου Μπουκόμπας. Οι ψυχές δεν κερδίζονται με τα ρούβλια. Κερδίζονται μόνο με τον Σταυρό.
Πηγή: Omologia.gr
- Ο Επίσκοπος Μπουκόμπας Χρυσόστομος προειδοποιεί για την κρίση στην ενότητα της Ορθοδοξίας, καταγγέλλοντας την εκκλησιαστική πολιτική της ηγεσίας του Πατριαρχείου Μόσχας στην Αφρική.
- Υποστηρίζει ότι η οικονομική δύναμη χρησιμοποιείται για την προσέλκυση κληρικών, δημιουργώντας νέες εκκλησιαστικές εξαρτήσεις και αλλοιώνοντας την ελευθερία της εκκλησιαστικής συνείδησης.
- Η παρέμβασή του τονίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πρέπει να επηρεάζεται από γεωπολιτικές στρατηγικές και ότι η αλήθεια του Ευαγγελίου είναι η μόνη δύναμη που πρέπει να καθοδηγεί την αποστολή της.
- Η κρίση στην Αφρική αναδεικνύει την ανάγκη για σεβασμό των κανονικών ορίων και την αποφυγή χρήσης οικονομικών μέσων για την επέκταση της εκκλησιαστικής επιρροής.

Δημοφιλή
Βαρύ πένθος στο Ρέθυμνο: Έφυγε από τη ζωή η 54χρονη Άρτεμης
Πένθος στη Μεσαρά για τον θάνατο του Εμμανουήλ Φανουράκη
Τα 5 ζώδια που «τραβούν» χρήμα και επιτυχία
Συναγερμός στο Ρέθυμνο: Δύο φωτιές στο ίδιο σημείο - Πρόλαβαν τα χειρότερα
Τραγωδία στα Μάλια: 64χρονος εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του σε παραλία
Τέσσερα ζώδια που είναι πιθανό να βγάλουν «τρελά» λεφτά μέχρι το 2030
Ηράκλειο: Επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. αποκάλυψε κάνναβη και ναρκωτικά χάπια σε σπίτι – Δύο συλλήψεις
Κρήτη: Απανωτές κλήσεις στο ΕΚΑΒ για περιστατικά μέθης το Σαββατόβραδο σε Χανιά, Ρέθυμνο, Μάλια και Χερσόνησο
Τραγωδία στον Πειραιά: Νέα ευρήματα για την 24χρονη από την Κρήτη και τον 28χρονο δικηγόρο