Ο Νορβηγός δημοσιογράφος, εκδότης και συγγραφέας αγόρασε το θρυλικό «Κόκκινο Σπίτι» της Αλκυόνης Παπαδάκη στο Νέο Χωριό στην Κρήτη, αναβίωσε μαζί με αυτό και τον ελαιώνα του και βρήκε τη χαρά του
Ο Στίαν Μπρούμαρκ κι εγώ γνωριστήκαμε πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια μέσω ενός κοινού φίλου, του Τουρκονορβηγού συγγραφέα Ιζέτ Τζελάσιν. Ο Μπρούμαρκ εκείνη την εποχή έγραφε ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του: την ιστορία της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών μέσα από τα μάτια τα δικά του, τότε, και ενός ακόμα Νορβηγού, του Φρίντγιουφ Νάνσεν, εξερευνητή και Ανώτατου Αρμοστή της Κοινωνίας των Εθνών, του ανθρώπου που οραματίστηκε και υλοποίησε την Ανταλλαγή των Πληθυσμών το 1923.
Ο Στίαν είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας και εκδότης. Έχουμε δουλέψει μαζί πολλά χρόνια, ας μην το κρύβω: πρώτα εγώ ως μεταφράστρια του βιβλίου του για την Ανταλλαγή («Επαναπατρισμοί», εκδ. Εστία) κι ύστερα εκείνος ως αρχισυντάκτης μου στο νορβηγικό διαδικτυακό πολιτικό περιοδικό Agenda Magasin. Έχει γράψει, μεταξύ άλλων, ένα εκτενές βιβλίο για τη σύγχρονη Τουρκία του Ερντογάν, μια συγκινητικότατη αποτύπωση της μαύρης 22ας Ιουλίου του 2011 (όταν ο ακροδεξιός τρομοκράτης Άντερς Μπρέιβικ έβαλε βόμβα στο κεντρικό Όσλο και μετά δολοφόνησε 77 νεαρά παιδιά στο νησί της Ουτόγια) και του τραύματος που άφησε στη νορβηγική ψυχή, και πολύ, πολύ πρόσφατα τον «Ελληνικό Ελαιώνα» του, μια οξυδερκέστατη αποτύπωση της ευτυχούς περιπέτειάς του να αγοράσει και να ανακαινίσει το θρυλικό «Κόκκινο Σπίτι» της Αλκυόνης Παπαδάκη στο Νέο Χωριό στην Κρήτη, και ν’ αναβιώσει μαζί μ’ αυτό και τον ελαιώνα του.
Ο Στίαν ζει στο Όσλο με τη σύζυγό του, Μάριτ, αλλά περνούν ολοένα και περισσότερο χρόνο στην Κρήτη. Μετακινείται παντού με το ποδήλατό του, βρέξει-χιονίσει. Στην Κρήτη έχει έναν παλιό Σκαραβαίο, αλλά μόνο για να κουβαλάει ελιές. Καθίσαμε να τα πούμε μια ηλιόλουστη μέρα του Ιουνίου στο Γιουνγκστόργκε, τη θρυλική πλατεία του Όσλο που είναι συνυφασμένη με το εργατικό κίνημα της χώρας: απέναντί μας έστεκαν τα γραφεία του Εργατικού κόμματος, στο πλάι μας τα κεντρικά του μεγαλύτερου συνδικάτου της χώρας. Λίγο παραδίπλα ήταν τα δικά του γραφεία στο Agenda και στον εκδοτικό οίκο Res Publica. Γύρω μας το Όσλο βούιζε, όλο live μουσικές και νεαρόκοσμο. Κι εμείς μιλήσαμε για την Κρήτη, τη μεγάλη του αγάπη.
Η σχέση μου με την Ελλάδα είναι παράξενη. Ίσως επειδή λαχταρούσα χρόνια να νιώσω αποδεκτός, να γίνω μέρος της κοινωνίας της, δεκαετίες ολόκληρες. Ίσως από τότε που ήμουν παιδί.
Όταν ήμουν μικρός, ο πατέρας μου δούλευε στα γραφεία της SAS στη Γλυφάδα κι είχα περάσει ορισμένα καλοκαίρια στην Ελλάδα με τους γονείς μου. Έχω πάρα πολλές όμορφες αναμνήσεις από την Ελλάδα των παιδικών μου χρόνων, από το φαγητό μέχρι τις παραλίες, το σπάσιμο των πιάτων, την Ακρόπολη. Όλα αυτά τα γραφικά.
Όταν παντρεύτηκα πια, πηγαίναμε συχνά διακοπές στην Κρήτη μαζί με τα παιδιά μας. Κάποια στιγμή, όταν τα πεθερικά μου έψαχναν ν’ αγοράσουν ένα σπίτι στο εξωτερικό, η σύζυγός μου, η Μάριτ, κι εγώ τους προτείναμε να ρίξουν μια ματιά και στο νησί. Πήγαν και… το ερωτεύτηκαν. Αγόρασαν σπίτι και πηγαίνουν κάθε χρόνο. Όμως το σπίτι τους είναι σε μια περιοχή γεμάτη τουρίστες – ιδιαιτέρως Βρετανούς και Νορβηγούς. Εμείς δεν θέλαμε κάτι τέτοιο· θέλαμε να νιώθουμε την καθημερινότητα των κατοίκων. Βρήκαμε λοιπόν κι αγοράσαμε έναν ελαιώνα μακριά από εκείνους, σε μια περιοχή όπου οι άνθρωποι ζουν κανονικές ζωές.
Αγόρασα τα ελαιόδεντρα σε μια προσπάθεια να γίνω μέρος του ελληνικού κόσμου, να ζήσω τη ζωή που ζουν οι Κρητικοί όταν δεν σερβίρουν φαγητό στους τουρίστες. Να με βλέπουν όχι ως κάποιον που έρχεται απ’ έξω, έναν μετανάστη ή έναν expat, αλλά έναν δικό τους άνθρωπο. Κι ήθελα να αγοράσουμε ελιές, συγκεκριμένα, επειδή στην Κρήτη τα ελαιόδεντρα είναι σημαντικότατα. Θέλω να πω, δεν νομίζω ότι θα έκανα το ίδιο αν επρόκειτο για πορτοκαλιές. Η ελιά έχει τόση ιστορία, τόση μυθολογία, είναι βαθιά ριζωμένη στον ελληνικό κόσμο χιλιάδες χρόνια τώρα. Αποδείχθηκε, δε, ότι η επιθυμία μας να αγοράσουμε έναν ελαιώνα μάς άνοιξε πόρτες που προηγουμένως έμοιαζαν κλειστές.
Οι άνθρωποι στο Νέο Χωριό έπαψαν να μας θεωρούν πλέον ξένους. Ήμασταν τυχεροί και κάναμε γρήγορα επιστήθιους φίλους· και το γεγονός ότι γίναμε φίλοι μαζί τους μας άνοιξε κι άλλες πόρτες. Οι τεχνίτες με τους οποίους συνεργαστήκαμε, ας πούμε, ήταν φίλοι αυτών των ανθρώπων. Αυτό μας έδωσε μεγάλη αίσθηση ασφάλειας: τους εμπιστευτήκαμε εκατό τοις εκατό κι εκείνοι μας παρέδωσαν μια δουλειά κλάσεις ανώτερη απ’ ό,τι περιμέναμε. Έκαναν επιπλέον πράγματα μόνο και μόνο επειδή θεώρησαν ότι ήταν σημαντικό να γίνουν, χωρίς να τους τα ζητήσει κανείς.
Καταλαβαίνω βεβαίως τους «ξένους» που έρχονται στην Κρήτη και δεν έχουν αυτού του είδους τη σχέση με τους ντόπιους. Και τότε είναι εύκολο να δυσπιστήσεις απέναντι στους τεχνίτες, για παράδειγμα. Βλέπω πολλούς ξένους που αναζητούν τεχνίτες από τη δική τους χώρα: Γερμανοί θέλουν Γερμανούς, Βρετανοί θέλουν Βρετανούς τεχνίτες. Εγώ επέλεξα το αντίθετο. Γιατί ήθελα την ντόπια ποιότητα, το μεράκι. Σκέφτηκα επίσης πως κάποιοι απ’ αυτούς τους ανθρώπους είχαν ανάγκη τη δουλειά.
Κάπως έτσι έχω κερδίσει πολλούς και πιστούς φίλους και γνωστούς. Η αφοσίωση είναι ισχυρή αξία στην Κρήτη. Σε τόσο μικρές κοινωνίες, πρέπει να διαλέξεις αναγκαστικά με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις.
Να σου δώσω ένα παράδειγμα; Στο χωριό υπάρχουν δύο κουρείς. Δεν μπορείς να πας και στους δύο· πρέπει να διαλέξεις ή τον έναν ή τον άλλον. Ή, αν πηγαίνεις και στους δύο, πρέπει να πηγαίνεις εναλλάξ. Δεν μπορείς να πηγαίνεις συχνά στον έναν και ξαφνικά να πεταχτείς στον άλλον επειδή ο πρώτος είναι απασχολημένος. Εγώ πήγα πρώτα στον ένα, δεν είχε διαθέσιμο ραντεβού, οπότε πήγα στον άλλον, που είχε. Στον πρώτο δεν ξαναπήγα (γελάει). Κάπως έτσι γίνεται και με τα μαγαζιά, και με τα ελαιοτριβεία όπου πας τις ελιές για να βγάλεις λάδι. Άρα έχει δύο πλευρές αυτή η στενή σχέση: μια καλή και μια ανάποδη. Αλλά εμείς μάλλον έχουμε σταθεί τυχεροί γενικά μέχρι τώρα.
Υπάρχουν βεβαίως πολλές άτυπες διαδικασίες που είναι συνηθισμένες στην Κρήτη οι οποίες, ωστόσο, είναι άγνωστες για έναν Νορβηγό. Ο τρόπος που πληρώνεις για οποιαδήποτε αγορά, ας πούμε. Ή το γεγονός ότι χρειάζεσαι τις κατάλληλες γνωριμίες, αν θες οι δουλειές σου να γίνονται ταχύτερα. Αν ξέρεις τους σωστούς ανθρώπους, δεν χρειάζεται να περιμένεις χρόνια για να σου δώσει ο δήμος μια άδεια, λόγου χάρη!
Η δουλειά με τις ελιές είναι κουραστική, αλλά εμείς το κάνουμε για λίγες μόνο μέρες τον χρόνο, όταν τις μαζεύουμε, οπότε σιγά την κούραση. Οι άλλοι παραγωγοί ασχολούνται από τον Οκτώβριο μέχρι τον Φεβρουάριο, βοηθώντας ο ένας τον άλλον και συμμετέχει ολόκληρη η οικογένεια. Αυτό πρέπει να είναι εξαντλητικό. Εγώ είμαι τυχερός γιατί μπορώ να συνεχίσω να δουλεύω μέχρι το σημείο που δεν βρίσκω πλέον τη δουλειά διασκεδαστική. Κι επιπλέον δεν εξαρτώμαι από τα χρήματα – είμαι ανεξάρτητος, θέλω να πω, από τις διακυμάνσεις της αγοράς, που σε πολύ μεγάλο βαθμό καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι Κρητικοί ελαιοπαραγωγοί αντιμετωπίζουν τα δέντρα τους. Αν η τιμή είναι πολύ χαμηλή, δεν μπαίνουν καν στον κόπο να μαζέψουν τις ελιές τους· πιθανόν για να γλιτώσουν τα εργατικά. Αν η τιμή είναι υψηλή, τότε είναι πολύ πρόθυμοι να δουλέψουν όλοι όσο πάει.
Το λάδι που βγάζουμε το φέρνουμε στη Νορβηγία σιγά σιγά, κάθε φορά που επιστρέφουμε στο σπίτι. Περιορισμοί εισαγωγής προϊόντων στη χώρα υπάρχουν γενικά –για παράδειγμα, επειδή η Νορβηγία θέλει να προστατεύσει την εγχώρια παραγωγή τυριού, βάζει περιορισμούς στην εισαγωγή τυριών–, αλλά ελαιόλαδο δεν υπάρχει στη Νορβηγία, οπότε για εμάς δεν υπάρχουν περιορισμοί. Ούτε δασμοί υπάρχουν, φτάνει να είναι εμφανές ότι το λάδι σου προορίζεται για προσωπική χρήση. Αν, φυσικά, έφταναν τεράστιες παλέτες γεμάτες ελαιόλαδο στο τελωνείο, τότε σίγουρα θα μου έκαναν ερωτήσεις! Προς το παρόν όμως το μεταφέρουμε σε πεντόλιτρα δοχεία, τα οποία βάζουμε μέσα στις βαλίτσες μας. Και μέχρι στιγμής, χτύπα ξύλο, δεν έχει συμβεί κανένα ατύχημα. Γιατί αν κάποιο δοχείο σπάσει ξαφνικά, θα γίνει πραγματικά πολύ μεγάλη ζημιά (γελάει με την καρδιά του).
Στην Κρήτη πηγαίνω γιατί θέλω να ζήσω κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που ζω στην πατρίδα μου. Όταν είμαι εκεί, περνώ σχεδόν όλη μου τη μέρα δουλεύοντας είτε με τα δέντρα είτε με το σπίτι. Συναναστρέφομαι τεχνίτες που έρχονται και φεύγουν, έχω επαφή με τα καταστήματα που πουλούν εξοπλισμό, εργαλεία, δίχτυα. Αυτή η ζωή μού φαίνεται απείρως πιο αληθινή από τη ζωή που κάνει ένας τουρίστας, που απλώς ξαπλώνει στην παραλία για μέρες ολόκληρες. Εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο.
Από την άλλη, η ζωή στην Κρήτη είναι εντελώς διαφορετική και παράξενη σε σχέση με τη ζωή μου στο Όσλο. Εδώ στη Νορβηγία έχω σχεδόν αποκλειστικά διανοούμενους φίλους, δηλαδή ανθρώπους που ζουν από τη συγγραφή ή τη δημοσιογραφία. Δεν γνωρίζω κανέναν τεχνίτη, για παράδειγμα, ούτε ανθρώπους που δουλεύουν με τα χέρια τους. Ενώ στην Κρήτη έχω σχεδόν μόνο αυτού του είδους τους φίλους και τους γνωστούς. Κανέναν διανοούμενο. Κι έχοντας γράψει τόσα βιβλία, καταλαβαίνω πια ότι πρόκειται για διαφορετικές φυλές. Για παράδειγμα, αν θελήσω κάποια στιγμή να γράψω ένα βιβλίο για την Κρήτη και χρειάζομαι να έρθω σε επαφή με ακαδημαϊκούς ή ιστορικούς, είναι πιθανόν να μην μπορώ να ρωτήσω φίλους και γνωστούς στο χωριό, επειδή είναι όλοι εργάτες και τεχνίτες. Θα πρέπει λοιπόν να επικοινωνήσω με μερικούς εντελώς τυχαίους ανθρώπους, μέσω εφημερίδων ίσως, ή κάπως αλλιώς, για να μπορέσω να πάρω συμβουλές για το ποια πόρτα να χτυπήσω κι από πού μπορώ να αντλήσω τις πληροφορίες που χρειάζομαι.
Πριν καταλήξουμε να αγοράσουμε το «Κόκκινο Σπίτι», όταν η γυναίκα μου δεν ήθελε ακόμα να έρθουμε στην Κρήτη, σκεφτόμασταν την Ιταλία, τη Γαλλία και την Τουρκία, που την ήξερα καλά και ήταν και πολύ φθηνότερη. Έφτιαξα όμως μια λίστα με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διάφορων χωρών της Μεσογείου και η Ελλάδα βγήκε πρώτη με τεράστια διαφορά. Φαγητό καλό και ήλιο έχουν όλες, αλλά οι Ελλάδα έχει και τους ανθρώπους της. Έχει τον πολιτισμό της. Έχει μια αρκετά σταθερή δημοκρατία και σταθερή διακυβέρνηση. Η Τουρκία τι σταθερότητα έχει; Δεν λέω, μερικές φορές βγαίνουμε για φαγητό στην Κρήτη και μου λείπει λίγο εκείνο το χαριτωμένο μπλα μπλα των Τούρκων, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο ακόμα που έχει η Ελλάδα: είναι ταυτοχρόνως διαφορετική αλλά και πολύ όμοια με τη Νορβηγία – μια ομοιότητα που η Τουρκία δεν την έχει.
Στους ανθρώπους εννοώ. Στη νοοτροπία. Εγώ αναγνωρίζω πολύ τον εαυτό μου στο χιούμορ που έχουν οι Έλληνες, ας πούμε· σας βρίσκω τρομερά αστείους. Στην Κρήτη γελάω συνεχώς. Αλλά έχουμε κι άλλα κοινά, στην Ιστορία για παράδειγμα: και οι δύο λαοί βρεθήκαμε υπό την κυριαρχία και την κατοχή μεγάλων, ισχυρών δυνάμεων. Βλέπουμε κι οι δυο τον εαυτό μας σαν αουτσάιντερ. Δεν έχουμε ψευδαισθήσεις αυτοκρατορικών μεγαλείων, ούτε ανεχόμαστε εύκολα ιεραρχίες, όπως οι Τούρκοι ή οι Σουηδοί ή οι Βρετανοί. Ειδικά οι Κρητικοί δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τις ιεραρχίες! Δεν λέω ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σ’ έναν καθηγητή πανεπιστημίου κι έναν αγρότη στην Κρήτη, αλλά, όταν κάθονται όλοι γύρω απ’ το ίδιο τραπέζι, η διαφορά αυτή κάπως εξανεμίζεται. Ή βλέπω τους Βρετανούς, ας πούμε, πώς έρχονται με τουπέ ως τουρίστες, πρώην αποικιοκράτες. Ο Νορβηγός δεν το έχει αυτό· και ο Έλληνας το εκτιμάει. Είμαστε κι οι δυο λαοί από δύο μικρά, μικρά έθνη.
Από διαφορές, βεβαίως, άλλο τίποτα. Η διαφορά στο κλίμα κάνει τους Νορβηγούς να φαίνονται μερικές φορές πιο κλειστοί, πιο σκυθρωποί… Η κοινωνική ζωή που βιώνει κανείς στη Νορβηγία –είτε πάει σ’ ένα κατάστημα, είτε κάθεται σ’ ένα εστιατόριο– είναι εντελώς διαφορετική απ’ ό,τι στην Κρήτη. Πόσες φορές δεν έχουν έρθει σερβιτόροι να κάτσουν μαζί μας στο νησί και μένουμε εκεί για ώρες συζητώντας μαζί τους ως αργά το βράδυ; Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται στη Νορβηγία. Ύστερα υπάρχει και η τεράστια διαφορά που έχει να κάνει με την αποτελεσματικότητα ή με το κατά πόσο κάποιος είναι στην ώρα του… Αλλά τι να κάνεις; Αναγκάζεσαι να το αποδεχτείς, δεν μπορείς να το αλλάξεις. Οι άνθρωποι θα έρθουν όταν έρθουν και θα φύγουν όταν φύγουν. Μάθαμε πια να μην περιμένουμε μια ολόκληρη μέρα για το ενδεχόμενο να εμφανιστεί κάποιος. Να μη σου πω ότι έχουμε αρχίσει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο!
Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα, είμαι καλύτερος άνθρωπος· πιο χαρούμενος. Νομίζω ότι γίνομαι πιο ανεκτικός, αποδέχομαι σε μεγαλύτερο βαθμό τις αδυναμίες και τα λάθη των άλλων. Ρίχνω περισσότερο τους ρυθμούς μου. Αρχίζω να δίνω πολύ μεγαλύτερη σημασία στα σημαντικά πράγματα. Καταλαβαίνω ότι τα διανοητικά ζητήματα δεν είναι εξίσου σημαντικά με το να δουλεύεις με τα χέρια σου. Και ξαφνικά, όλα αυτά που μας απασχολούν στη Νορβηγία κι έχουν να κάνουν με τις ειδήσεις και με τον Ντόναλντ Τραμπ και τα λοιπά, αυτά εξαφανίζονται όταν είμαι στην Κρήτη. Κατά κάποιον τρόπο παύουν να είναι σημαντικά.
Γίνονται σημαντικά τα ελαιόδεντρα και το γεγονός ότι βρίσκονται εδώ εκατοντάδες χρόνια πριν από μένα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά τον θάνατό μου. Γίνεται σημαντικό το φαγητό κι από πού προέρχεται, το πώς παρασκευάζεται, κάτι που δεν με απασχολεί ιδιαιτέρως όταν είμαι στη Νορβηγία. Και κάτι ακόμα: στην Κρήτη τα πράγματα δεν φαντάζουν αδύνατα. Στο Όσλο υπάρχουν τόσα που μοιάζουν δύσκολα ή αδύνατα! Ενώ στην Κρήτη η φυσική στάση των ανθρώπων είναι «μα φυσικά μπορούμε να το φτιάξουμε!» Όλα είναι δυνατά, όλα διορθώνονται.
Καταλαβαίνω ότι όλα αυτά που λέω πιθανόν να ακούγονται κάπως αμφίσημα στ’ αυτιά άλλων Ελλήνων. Ακούω μερικούς να λένε: φυσικά, αν έχεις αρκετά χρήματα στην Ελλάδα, όλα γίνονται· και πως ο Νορβηγός φυσικά και έχει χρήματα· και πως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, σε επίπεδο πολιτικής, κανονικοποιεί τη διαφθορά. Νομίζω ότι κι εγώ, αν ζούσα μόνιμα στην Ελλάδα, θα εκνευριζόμουν πολύ περισσότερο με όλα όσα εμποδίζουν την καθημερινή ζωή ή αβαντάρουν τους προνομιούχους. Και δεν αρνούμαι ότι είμαστε προνομιούχοι, ως Νορβηγοί: ερχόμαστε και φεύγουμε κατά το δοκούν, ακόμα και κάθε μήνα αν θέλουμε, μπορούμε κατά κάποιον τρόπο να παίρνουμε ό,τι καλύτερο και από τους δύο κόσμους. Δεν ξέρω πώς βλέπουν οι Έλληνες όλη αυτή την αμφισημία.
Οι φίλοι μου στο Νέο Χωριό, για παράδειγμα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος τι ψηφίζουν. Από τη μία μοιάζουν να είναι σοσιαλιστές· από την άλλη κάτι στα λόγια τους θυμίζει το [ακροδεξιό] Κόμμα της Προόδου στη Νορβηγία. Η (μη) σχέση τους με τους κανόνες δεν ταιριάζει καθόλου σ’ ένα ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό αριστερό κόμμα, ας πούμε. Κι ύστερα, δίνουν τεράστια αξία σ’ αυτό που λέμε «αφοσίωση». Αν φανείς μη αφοσιωμένος, βγαίνεις κατά κάποιον τρόπο οριστικά απ’ τον κύκλο τους. Αυτό είναι πασιφανές. Κοίτα να δεις όμως που έτσι μεγάλωσα κι εγώ, σε μια περιοχή του Όσλο που πολλοί θα αποκαλούσαν «γκέτο». Και σ’ εμάς η αφοσίωση ήταν πολύ σημαντική: όταν έκανες φίλους, ήταν φίλοι για μια ζωή και ήσουν δίπλα τους σε όλα, ό,τι κι αν σου ζητούσαν. Αυτή η κουλτούρα είναι πολύ ισχυρή στην Κρήτη. Καταλαβαίνω ότι μπορεί να μην αντανακλά την κουλτούρα της Αθήνας ή άλλων περιοχών της Ελλάδας, αλλά για μένα είναι περιέργως πολύ οικεία, από τα παιδικά μου χρόνια
Παρατηρώ ότι δυσκολεύομαι να βάλω σε λέξεις το γιατί πραγματικά νιώθω σαν να επιστρέφω σπίτι μου κάθε που βρίσκομαι στην Κρήτη. Καταλαβαίνω όμως πολύ καλά τι σημαίνει: σημαίνει ότι γεννήθηκα στη λάθος χώρα, με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι αισθάνονται ότι γεννήθηκαν στο λάθος σώμα. Και κάποια στιγμή στάθηκα τυχερός ώστε να βρω και να γίνω μέρος αυτού του περιβάλλοντος όπου η αυθεντικότητα έχει πραγματικά μεγάλη αξία· όπου τα πράγματα πρέπει να είναι αληθινά και καλοφτιαγμένα. Όπου η δουλειά του τεχνίτη πρέπει να είναι σωστή. Να υπάρχει ποιότητα και η αίσθηση και η συνείδησή της. Δυστυχώς πάρα πολλά πράγματα στη Νορβηγία δεν είναι έτσι. Ό,τι αγοράζουμε εκεί, ό,τι μας περιβάλλει είναι φτιαγμένο στην Κίνα, χαλάει αμέσως. Ενώ στην Κρήτη επισκεπτόμαστε παρά πολύ συχνά το κατάστημα που επισκευάζει γεωργικά μηχανήματα. Ο μοναδικός του ιδιοκτήτης κι εργαζόμενος τα επισκευάζει συνεχώς για εμάς και δεν μας ζητά ποτέ χρήματα. Σκέφτομαι επίσης τις λύσεις που επιλέξαμε για το σπίτι μας: ήταν αρκετά δαπανηρές, ναι, αλλά όλα είναι κατασκευασμένες από πραγματικά ποιοτικά υλικά, ξύλα που αντέχουν στον άνεμο και προορίζονται να παραμείνουν εκεί για πολλές, πολλές εκατοντάδες χρόνια.
Είναι απλό, τελικά: η Ελλάδα μού βγάζει τον καλύτερό μου εαυτό. Πάντα το έκανε, αλλά τα τελευταία χρόνια, που νιώθω ότι κατάφερα να αποκτήσω και μια μικρή θέση στην κοινωνία της, ακόμα περισσότερο. Να δώσω ένα παράδειγμα; Όταν οι «Επαναπατρισμοί» μεταφράστηκαν κι εκδόθηκαν στα ελληνικά, ήταν για μένα ένα γεγονός απείρως πιο σημαντικό απ’ ό,τι αν μεταφραζόταν στα αγγλικά ή τα γερμανικά ή σε κάποια άλλη γλώσσα. Γιατί μοιάζει λίγο με θερμή υποδοχή εκ μέρους της ίδιας της Ελλάδας και της ιστορίας της προς τον ταπεινό Νορβηγό συγγραφέα.
Το βιβλίο του Στίαν Μπρούμαρκ «Επαναπατρισμοί: Η Μικρασιατική Καταστροφή και η ανταλλαγή των πληθυσμών μέσα από τα μάτια ενός Νορβηγού» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε στα νορβηγικά το τελευταίο του βιβλίο «Min Greske Olivenlund» (Ο ελληνικός μου ελαιώνας), από τις εκδόσεις Res Publica, μια αφηγηματική μαρτυρία από τις περιπέτειές του στην Κρήτη.
- Ο Νορβηγός συγγραφέας Στίαν Μπρούμαρκ αγόρασε το «Κόκκινο Σπίτι» στην Κρήτη και αναβίωσε τον ελαιώνα του.
- Η σχέση του με την Κρήτη τον έκανε να αισθάνεται μέρος της τοπικής κοινωνίας και να αποκτήσει πολλούς φίλους.
- Η ζωή στην Κρήτη τον έκανε να εκτιμήσει την αυθεντικότητα και την ποιότητα των πραγμάτων, σε αντίθεση με τη Νορβηγία.
- Η εμπειρία του στην Κρήτη τον βοήθησε να γίνει καλύτερος άνθρωπος, πιο ανεκτικός και χαρούμενος.

Δημοφιλή
Ηράκλειο: Ουρές χιλιομέτρων στον ΒΟΑΚ μετά από καραμπόλα - Διεκόπη η κυκλοφορία
Αυτά τα 3 ζώδια είναι γεννημένα για μεγαλεία
Αισθητός σεισμός στην Κρήτη
Ηράκλειο: Αυτοκίνητο αναποδογύρισε έξω από το ΙΤΕ - Στο νοσοκομείο δύο άτομα (φωτογραφίες)
Αυτό είναι το ζευγάρι που βρήκε τραγικό τέλος σε γκαράζ στον Πειραιά
Πένθος στο Ηράκλειο: «Έφυγε» ο γνωστός έμπορος Κωνσταντίνος Λυρώνης
Εξελίξεις στο φονικό τροχαίο με την 15χρονη αθλήτρια του ΠΑΟΚ - Ο πατέρας της ελέγχεται ως ύποπτος
Η τύχη «χαμογελά» ξανά σε αυτά τα 4 ζώδια - Έρχεται περίοδος θετικών εξελίξεων
Τραγωδία στον Πειραιά: Νέα ευρήματα για την 24χρονη από την Κρήτη και τον 28χρονο δικηγόρο