του Δημήτρη Χαριτίδη
Παρακολουθώντας τις εργασίες της πρόσφατης γενικής συνέλευσης του ΣΕΤΕ, άκουσα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις τοποθετήσεις πολιτικών, επιχειρηματιών και στελεχών του Τουρισμού.
Ένα από τα θέματα που επανερχόταν διαρκώς ήταν η ανάγκη να ανοίξουμε νέες αγορές και να προσελκύσουμε περισσότερους επισκέπτες από χώρες που μέχρι σήμερα δεν αποτελούν βασικές πηγές εισερχόμενου τουρισμού για την Ελλάδα.
Πρόκειται για μια απολύτως σωστή κατεύθυνση. Οι παραδοσιακές αγορές μας θα συνεχίσουν να αποτελούν τη βάση του ελληνικού τουρισμού. Παράλληλα όμως, η χώρα χρειάζεται να αναπτύξει και νέες αγορές, να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες και να αποκτήσει περισσότερες επιλογές σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστικό.
Υπάρχει όμως ένα βασικό ερώτημα που σπάνια τίθεται στη δημόσια συζήτηση: είμαστε πραγματικά έτοιμοι να υποδεχθούμε αυτές τις νέες αγορές;
Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότερες από τις χώρες στις οποίες στρέφεται σήμερα το ενδιαφέρον της τουριστικής βιομηχανίας χρειάζονται βίζα Σένγκεν. Αυτό ισχύει για την Ινδία, την Κίνα, τις χώρες του Κόλπου, την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, το Ουζμπεκιστάν, την Αίγυπτο και πολλές ακόμη αγορές που συζητάμε τα τελευταία χρόνια ως αγορές με σημαντικές προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό.
Η έκδοση βίζας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την Ελλάδα. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες του χώρου Σένγκεν που πρέπει να τηρούνται. Από την Ελλάδα όμως εξαρτάται κάτι εξίσου σημαντικό: η δυνατότητα των προξενικών αρχών να ανταποκρίνονται στη ζήτηση, να διαθέτουν επαρκές προσωπικό και να μπορούν να επεξεργάζονται περισσότερες αιτήσεις σε εύλογο χρόνο.
Και εδώ θέλω να είμαι απόλυτα ξεκάθαρος. Από τη δική μου εμπειρία, αλλά και από τις επαφές που έχουμε καθημερινά ως επαγγελματίες του τουρισμού, οι άνθρωποι που υπηρετούν στις ελληνικές πρεσβείες και στα προξενεία προσπαθούν πραγματικά να βοηθήσουν. Δεν υπάρχει έλλειψη διάθεσης ούτε αδιαφορία. Αντιθέτως, στις περισσότερες περιπτώσεις καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξυπηρετήσουν ταξιδιώτες, επιχειρήσεις και συνεργάτες της Ελλάδας στο εξωτερικό.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές καλούνται να διαχειριστούν όγκο εργασίας δυσανάλογο με το διαθέσιμο προσωπικό. Και όσο αυξάνεται το ενδιαφέρον από νέες αγορές, τόσο πιο έντονο γίνεται το πρόβλημα.
Η Αρμενία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρότι πρόκειται για μια σχετικά μικρή αγορά σε απόλυτους αριθμούς, τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε μία από τις πιο δυναμικές αναπτυσσόμενες αγορές για την Ελλάδα. Οι αφίξεις αυξάνονταν σταθερά, οι πτήσεις προς Ηράκλειο, Ρόδο, Θεσσαλονίκη και άλλους ελληνικούς προορισμούς πολλαπλασιάζονταν και το ενδιαφέρον των ταξιδιωτών ήταν ιδιαίτερα έντονο.
Φέτος όμως η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο διαφορετικά προβλήματα.
Το πρώτο αφορά τη διαδικασία διαπίστευσης των tour operators. Για να μπορεί ένας οργανωτής ταξιδιών να αποκτήσει πρόσβαση σε συγκεκριμένα διαθέσιμα ραντεβού για την έκδοση βίζας, απαιτείται να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Μεταξύ άλλων χρειάζεται σύμβαση με ελληνικό DMC, συνεργασία με αεροπορική εταιρεία που εκτελεί το πτητικό πρόγραμμα και άδεια tour operator.
Το πρόβλημα είναι ότι στην Αρμενία δεν υφίσταται ξεχωριστή άδεια tour operator όπως αυτή αναγνωρίζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας διαπίστευσης. Ως αποτέλεσμα, επιχειρήσεις που στην πράξη λειτουργούν ως tour operators, οργανώνουν προγράμματα προς την Ελλάδα και μεταφέρουν σημαντικό αριθμό επισκεπτών, δυσκολεύονται να ενταχθούν στο σύστημα διαπίστευσης.
Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη κατάσταση. Ένας οργανωτής ταξιδιών που αναλαμβάνει ολόκληρα πτητικά προγράμματα και μεταφέρει εκατοντάδες ή χιλιάδες πελάτες αντιμετωπίζεται ουσιαστικά με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζεται ένα μικρό ταξιδιωτικό γραφείο που εξυπηρετεί μεμονωμένους ταξιδιώτες. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες στον προγραμματισμό, αυξάνει το επιχειρηματικό ρίσκο και λειτουργεί αποτρεπτικά για την περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς.
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την ίδια τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των αιτήσεων βίζας. Και εδώ δεν μιλάμε για έλλειψη προσπάθειας από τις ελληνικές αρχές. Μιλάμε για έλλειψη προσωπικού.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί ένα στοιχείο. Πέρυσι το ελληνικό προξενείο στην Αρμενία μπορούσε να εξυπηρετεί περίπου 220 αιτήσεις ημερησίως. Φέτος η δυνατότητα αυτή έχει περιοριστεί σε λιγότερες από 80. Πρόκειται για μια τεράστια διαφορά που έχει άμεσες επιπτώσεις στην αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Αεροπορικές εταιρείες και tour operators αναγκάζονται να περιορίζουν ή να επανεξετάζουν τα προγράμματά τους, ενώ αυξάνεται ο κίνδυνος ακυρώσεων επειδή δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι οι επιβάτες θα μπορέσουν να εξυπηρετηθούν εγκαίρως.
Και η Αρμενία δεν είναι η μοναδική περίπτωση.
Στο Αζερμπαϊτζάν υπάρχει επίσης αυξανόμενο ενδιαφέρον για ταξίδια προς την Ελλάδα. Η πρεσβεία, το προξενικό προσωπικό και η πρόξενος καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να βοηθήσουν και να διευκολύνουν την ανάπτυξη της αγοράς. Όμως, όταν μια χώρα θέλει να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των επισκεπτών της, η καλή διάθεση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζονται οι κατάλληλοι πόροι και το απαραίτητο προσωπικό ώστε να μπορούν να εξυπηρετούνται περισσότερες αιτήσεις σε συντομότερους χρόνους.
Αντίστοιχα, στο Ουζμπεκιστάν υπάρχει ιδιαίτερα μεγάλο ενδιαφέρον για ταξίδια προς την Ελλάδα και σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης. Ωστόσο, η διαδικασία έκδοσης βίζας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς ανασταλτικούς παράγοντες που περιορίζουν τη δυναμική της αγοράς.
Το ίδιο ισχύει και για την Αίγυπτο. Πρόκειται για μια χώρα με τεράστιο πληθυσμό και σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης του εξερχόμενου τουρισμού. Θα μπορούσαν να δημιουργηθούν περισσότερες απευθείας αεροπορικές συνδέσεις προς ελληνικούς προορισμούς και να αναπτυχθούν νέα προγράμματα. Όμως και εκεί το θέμα της βίζας εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς περιορισμούς.
Κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι ορισμένες από αυτές τις αγορές είναι ακόμη μικρές. Ίσως. Όμως ο τουρισμός δεν χτίζεται μόνο πάνω στις μεγάλες αγορές. Χτίζεται και πάνω στις μικρότερες, οι οποίες χρόνο με τον χρόνο αναπτύσσονται, ωριμάζουν και αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Άλλωστε πολλές από τις αγορές που σήμερα θεωρούμε δεδομένες κάποτε ήταν μικρές και αναδυόμενες.
Και ο ανταγωνισμός δεν περιμένει. Οι ταξιδιώτες έχουν επιλογές. Οι αεροπορικές εταιρείες έχουν επιλογές. Οι tour operators έχουν επιλογές. Αν η Ελλάδα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τη ζήτηση που η ίδια επιδιώκει να προσελκύσει, τότε ένα μέρος αυτής της ζήτησης θα κατευθυνθεί αναπόφευκτα σε άλλους προορισμούς.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι η συζήτηση για τις νέες αγορές πρέπει να συνοδεύεται από μια εξίσου σοβαρή συζήτηση για τις υποδομές που απαιτούνται ώστε αυτές οι αγορές να λειτουργήσουν στην πράξη. Δεν αρκεί να μιλάμε για ανάπτυξη. Πρέπει να δημιουργούμε και τις προϋποθέσεις για να πραγματοποιηθεί.
Η στελέχωση των προξενείων δεν μπορεί να γίνεται όταν η τουριστική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει. Χρειάζεται έγκαιρος σχεδιασμός, πρόβλεψη των αναγκών και ουσιαστικός συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων και της τουριστικής αγοράς.
Οι αεροπορικές εταιρείες, οι tour operators και οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις επενδύουν κεφάλαια, σχεδιάζουν προγράμματα και αναλαμβάνουν επιχειρηματικό ρίσκο πολλούς μήνες πριν από την έναρξη της σεζόν. Δεν μπορούν να λειτουργούν με την αβεβαιότητα ότι οι πελάτες τους δεν θα προλάβουν να λάβουν βίζα ή ότι θα αναγκαστούν να ακυρώσουν πτήσεις επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμα ραντεβού.
Αν θέλουμε πραγματικά να ανοίξουμε νέες αγορές, πρέπει πρώτα να διασφαλίσουμε ότι υπάρχουν οι συνθήκες για να λειτουργήσουν. Γιατί οι νέες αγορές δεν ανοίγουν μόνο με παρουσιάσεις, στρατηγικά σχέδια και εξαγγελίες. Ανοίγουν όταν οι επιχειρήσεις έχουν τη βεβαιότητα ότι μπορούν να επενδύσουν και όταν οι επισκέπτες έχουν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν στη χώρα μας χωρίς περιττά εμπόδια.
Και αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά μόνο τη διπλωματική ή προξενική λειτουργία της χώρας. Αφορά άμεσα την ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και το μέλλον του ελληνικού τουρισμού.
Ο κ. Δημήτρης Χαριτίδης είναι επικεφαλής του TEZ TOUR Ελλάδος
- Η ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού απαιτεί την προσέλκυση νέων αγορών, αλλά το ζήτημα της βίζας αποτελεί σημαντικό εμπόδιο.
- Η έλλειψη προσωπικού στις προξενικές αρχές καθυστερεί την επεξεργασία αιτήσεων βίζας, επηρεάζοντας αρνητικά τις αφίξεις τουριστών.
- Προβλήματα με τη διαδικασία διαπίστευσης tour operators, όπως στην Αρμενία, περιορίζουν τη δυναμική της αγοράς.
- Για την επίτευξη πραγματικής ανάπτυξης, απαιτείται έγκαιρος σχεδιασμός και συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων φορέων και της τουριστικής αγοράς.

Δημοφιλή
Ηράκλειο: Τροχαίο ατύχημα στον Μασταμπά τα μεσάνυχτα - Δείτε φωτογραφίες
Χανιά: Τα περιπολικά άνοιγαν το δρόμο και έφτασαν γρήγορα στην κλινική! (βίντεο)
Κρήτη: «Εμπόλεμη ζώνη» η τουριστική περιοχή! Οι τουρίστες μπροστά σε πρωτοφανείς εικόνες καταστροφής και ντροπής - Δείτε βίντεο, φωτο
Άγριο έγκλημα: 57χρονος τρόφιμος στραγγάλισε 46χρονο στο Δαφνί
Κλείνει ο ΒΟΑΚ αύριο Τετάρτη 20 Μαΐου - Δείτε πού και πότε
Τουριστική «βόμβα» στην Κρήτη: Νέο πεντάστερο resort με ιδιωτικές πισίνες!
Ηράκλειο: Τραγωδία στο δάσος του Ρούβα - «Έσβησε» μπροστά στη σύζυγό του
Αναστάτωση στην Αμμουδάρα: Οδηγός έπεσε με το αυτοκίνητό της πάνω σε άλλα 4 οχήματα (φωτογραφία)
6χρονος κατήγγειλε ότι δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι από ανήλικους για να τον ληστέψουν στο Αγρίνιο