Ηράκλειο: 10oC
Επόμενο Δελτίο ειδήσεων σε
ΔΕΙΤΕ ΤΩΡΑ
Επόμενο Δελτίο ειδήσεων σε

101 χρόνια από τον θάνατο του πεζογράφου Ανδρέα Καρκαβίτσα

22.10.2023, 10:20

Ένας αιώνας χωρίς τον νατουραλιστή λογοτέχνη

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας , που πέθανε σαν σήμερα το 1922 ,ήταν ένας από τους κύριους πεζογράφους της ελληνικής λογοτεχνίας, κύριος εκπρόσωπος του ηθογραφικού διηγήματος με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Γεώργιο Βιζυηνό. Υπήρξε δε και ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία με πιο γνωστά του έργα, τα «Λόγια της Πλώρης»και «Ο Ζητιάνος».

Στον «Ζητιάνο» συναντούμε τα θέματα των κοινωνικών απόκληρων της ζωής και της κοινωνικής εξαθλίωσης. Στα «Λόγια της πλώρης», παρακολουθούμε τις αντιξοότητες και τον αγώνα των ανθρώπων της θάλασσας.

Ο Καρκαβίτσας ασχολήθηκε με επιτυχία με όλα τα είδη του γραπτού λόγου εκτός από θεατρικά έργα: διηγήματα, μυθιστορήματα, ποίηση, μελέτες, χρονογραφήματα, ιστορικά σημειώματα, ιστορικά ανέκδοτα, παιδικά βιβλία.

Επίσης, συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του, καθώς και με εφημερίδες στις οποίες προμήθευε πλήθος άρθρα που αφορούσαν τις συνήθειες και τα γνωρίσματα των διαφόρων τόπων της Ελλάδας.

Τα πρώτα χρόνια του Καρκαβίτσα και ο έρωτας που τον σημάδεψε

Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1865 στα Λεχαινά Hλείας. Ήταν το μεγαλύτερο από τα έντεκα παιδιά του ρουμελιώτη Δημητρίου Καρκαβίτσα και της ντόπιας Άννας Σκαλτσά. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στη γενέτειρά του και δεκατριών χρόνων πήγε στην Πάτρα για γυμνασιακές σπουδές.

Την περίοδο αυτή χρονολογείται ο άτυχος έρωτάς του για την Ιολάνθη (Γιούλη) Βασιλειάδη, από την οποία θεωρείται πως εμπνεύστηκε για την ηρωίδα της Λυγερής (1896). Όταν το 1888 έμαθε ότι η αγαπημένη του Γιούλη τελικά παντρεύτηκε κάποιον πλούσιο Αθηναίο, δεν ξαναερωτεύτηκε ούτε και παντρεύτηκε.

ο Ανδρέας Καρκαβίτσας

Το 1883 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε τον Δεκέμβριο του 1888. Κατά τη διάρκεια της φοιτητικής του ζωής στην Αθήνα, εισχώρησε στον πνευματικό κόσμο της εποχής και γνωρίστηκε με λογοτέχνες όπως τον Παλαμά, τον Χατζόπουλο και τον Ξενόπουλο. Από το 1885 άρχισε να δημοσιεύει διηγήματα και νουβέλες σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, αλλά και άρθρα, ταξιδιωτικές εντυπώσεις και λαογραφικά κείμενα.

Η προκήρυξη του διαγωνισμού διηγήματος της Εστίας τον ώθησε στο χώρο της ηθογραφίας και ταξίδεψε σε χωριά της Ρούμελης για να συλλέξει λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποίησε στα πρώτα έργα του. Το 1889 στρατεύτηκε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Μεσολόγγι γνώρισε τις άθλιες συνθήκες ζωής της ελληνικής υπαίθρου. Τις εντυπώσεις του κατέγραψε σε μια σειρά οδοιπορικών σημειώσεων, που αξιοποίησε στη νουβέλα του «Ο Ζητιάνος» (1897).

Πώς περιέγραψε ο Ξενόπουλος τον χαρακτήρα του Καρκαβίτσα

Την πιο χαρακτηριστική περιγραφή της προσωπικότητας του Καρκαβίτσα, την έχει δώσει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο οποίος έχει γράψει ότι τον είχε γνωρίσει αδέξιο και κάπως άκομψο. «Τυπικός επαρχιώτης με “τὴν μαγκουρίτσαν του, μὲ τὸ μουστακάκι του, μὲ ἀνήσυχα μαῦρα μάτια, ὄχι πολὺ εὔμορφα, μὲ κάποιαν ἔκφρασιν πονηρίας εἰς τὴν φυσιογνωμίαν ἐκείνην, τὴν προδίδουσαν τὴν μοραΐτικη καταγωγήν, καὶ μὲ ὡραῖο πλατὺ μέτωπον, τὸ μόνον ἴσως φωτεινόν χαρακτηριστικόν, τὸ μαρτυροῦν ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος ἦτο κάποιος.»

«Δεν τον θαυμάζω μόνο ως συγγραφέα” είχε πει αλλά «τον αγαπώ και σαν άνθρωπο. Είναι καλός. Απλός, αφελής, ίσιος, δεν έχει ούτε ταπεινά πάθη ούτε γελοίους εγωισμούς, ούτε μίση προσωπικά και ανόητα, ούτε καν τις αδυναμίες και ιδιοτροπίες εκείνες τις παιδικές που μερικούς άλλους “μεγάλους” τους κάνουν ανυπόφορους.»

Όπως έλεγε ο Ξενόπουλος, ο Καρκαβίτσας ποτέ δεν μιλούσε για τα έργα του ή για το “εγώ” του. Αντιδρούσε με ηρεμία και στην αρνητική και στη θετική κριτική. Είχε χαρακτήρα άκαμπτο και ανένδοτο – εκεί που πρέπει – και ενδοτικό πάλι εκεί που έπρεπε. Έκανε μια ζωή ήσυχη, αθόρυβη, μοναχική, ελεύθερη και αμέριμνη. Είχε χιούμορ όταν έλεγε αστεία και μερικές φορές γκρίνιαζε χαριτωμένα με τους άλλους αλλά και με τον “άθλιον” εαυτόν του.

Ο Ξενόπουλος θυμόταν και το πηγαίο γέλιο του Καρκαβίτσα, αλλά και μια μελαγχολία και βουβαμάρα που τον έπιανε στο καφενείο του Ζαχαράτου ή στο σαλόνι του Παλαμά. Μια μελαγχολία “που δεν ήξερες αν είναι θυμός, αν είναι νύστα ή αν είναι ρέμβη δημιουργίας κανενός αριστουργήματος”.

Ταξίδια και «αειφυγία»

Μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας το 1891 δούλεψε ως γιατρός στο ατμόπλοιο «Αθήναι», με το οποίο ταξίδεψε στη Μεσόγειο, τη Μαύρη Θάλασσα, τα παράλια της Μικράς Ασίας και τον Ελλήσποντο. Οι εμπειρίες του από την περίοδο αυτή της ζωής του περιέχονται στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο «Σ’ Ανατολή και Δύση» και αξιοποιήθηκαν στην περίφημη συλλογή διηγημάτων του Λόγια της πλώρης (1899).

Από τον Αύγουστο του 1896 και ως το 1921 υπήρξε μόνιμος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, φθάνοντας ως το βαθμό του γενικού αρχίατρου (συνταγματάρχη). Την έντονη επιθυμία του για τα ταξίδια, τα οποία όλο και επέλεγε να κάνει πιο συχνά, ονόμαζε «αειφυγία».

Ο Καρκαβίτσας υπήρξε μέλος της «Εθνικής Εταιρίας», που προωθούσε τη «Μεγάλη Ιδέα» και η ήττα του 1897 στάθηκε για τον Καρκαβίτσα πολύ μεγάλη απογοήτευση. Μέλος του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» το 1909, συμμετείχε στο κίνημα στου Γουδή, στράφηκε όμως στη συνέχεια εναντίον του Ελευθερίου Βενιζέλου. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχτηκε στο βενιζελικό κίνημα της «Εθνικής Αμύνης”, με αποτέλεσμα να τεθεί σε περιορισμό και να εξοριστεί στη συνέχεια στη Μυτιλήνη. Στο στράτευμα επανήλθε το 1920 και αποστρατεύτηκε δύο χρόνια αργότερα με δική του αίτηση.

Η επιδείνωση της υγείας του έφερε το μοιραίο

Οι κακουχίες της εξορίας συνέβαλαν στον κλονισμό της υγείας του. Στις 22 Οκτωβρίου του 1922 άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Μαρούσι από φυματίωση του λάρυγγα. Σύντροφός του στα τελευταία χρόνια της ζωής του στάθηκε η Δέσποινα Σωτηρίου, την οποία εγκατέστησε γενική κληρονόμο του, με διαθήκη που συνέταξε τέσσερις ημέρες πριν από τον θάνατό του.

Η πεζογραφία του Καρκαβίτσα

Κινήθηκε αρχικά στο πλαίσιο της ειδυλλιακής ηθογραφίας, με αρκετά λαογραφικά στοιχεία και πέρασε σταδιακά προς τον ρεαλισμό, με στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού, με κορυφαία έκφραση τον Ζητιάνο (1897). Από τα ογδόντα, συνολικά, διηγήματά του σταθμός στάθηκε η συλλογή Λόγια της πλώρης (1899), ενώ στο τελευταίο έργο του Ο αρχαιολόγος (1904) προσπάθησε να λειτουργήσει διδακτικά, προβάλλοντας τις ιδέες του για μια γόνιμη σχέση των νεοελλήνων με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Γύρω στο 1905 η λογοτεχνική παραγωγή του παρουσίασε σημαντική κάμψη, που διάρκεσε ως το τέλος της ζωής του, με μοναδική εξαίρεση τη διετία 1918-1920, οπότε ξεκίνησε η ενασχόλησή του με τη συγγραφή σχολικών αναγνωσμάτων, σε συνεργασία με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ.

Στο λογοτεχνικό έργο του Καρκαβίτσα κυριαρχεί η δημοτική γλώσσα στη μετριοπαθή της έκφραση. Η πορεία του στα γράμματα ξεκίνησε στο πλαίσιο της φθίνουσας περιόδου του Αθηναϊκού Ρομαντισμού. Από την περίοδο αυτή σώζονται χειρόγραφα από ποιητικά και πεζά έργα του στην καθαρεύουσα. Πολύ σύντομα, όμως, στράφηκε στη δημοτική και συνέβαλε στη διαμόρφωσή της χωρίς να υιοθετήσει τις ακρότητες του Ψυχάρη.

Κρίσεις για το έργο του

Είπαν για εκείνον:

«Ο κ. Καρκαβίτσας είναι εν ταυτώ πραγματιστής και ιδανιστής. Πραγματιστής, διότι παραλαμβάνει το υλικόν του από το ακένωτον μεταλλείον της γύρω του λαλούσης φύσεως, των ηθών, των εθίμων, των παραδόσεων, των προλήψεων, των χαρακτήρων του ελληνικού λαού· πραγματιστής, διότι αποθηκεύει εις τας διηγήσεις του πλήθος ειδήσεων, σημειώσεων και άλλων πληροφοριών, μήτε γεννημένων, μηδέ καν απλώς παρηλλαγμένων από την φαντασίαν, αλλ’ εξηγμένων από την μελέτην των γραπτών ή αγράφων μνημείων του λαού· […] Αλλά συγχρόνως και εις ίσην δόσιν ο συγγραφεύς είναι και ιδανιστής. Ιδανιστής, διότι συχνά πυκνά οι ήρωες αυτού εξέρχονται των ορίων της πραγματικής ατμοσφαίρας η οποία τους περικυκλώνει, και απλοποιούνται και μεγαλύνονται και καθολικεύονται, και εμφανίζονται τελειότεροι,, ή όσον είναι δυνατόν να τους συναντήσης εν τω βίω, και διαχύνουν την εξοχήν και την ακρότητα εξ ων συναποτελείται το υψηλόν. Ιδανιστής, διότι στρέφεται προς το ποιητικόν παρελθόν, εμπνέεται από το ηρωικόν, αγαπά το μέγα και δεν αποστέργει το φανταστικόν.» Κωστής Παλαμάς

«Εάν κάποιος… με πειθανάγκαζε να διαλέξω αποκλειστικά μεταξύ Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα, θα έστεκα ευλαβητικά μπροστά στον Παπαδιαμάντη, θα του φιλούσα το χέρι, και θα ψήφιζα τον Καρκαβίτσα.» Κωστής Παλαμάς

«Ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του ελληνικού νατουραλισμού, το έργον του οποίου εδράζεται επί της μελέτης των ηθών και εθίμων των Ελλήνων αγροτών, ποιμένων και ναυτίλων. Μαζί με τον Α. Παπαδιαμάντην, τον Γ. Βιζυηνόν, με τον Ι. Κονδυλάκην και τον επιζώντα κ. Ι. Βλαχογιάννην, αποτελεί την Πλειάδα των δημιουργών του ελληνικού διηγήματος. Αλλ’ εκτός των βραχέων διηγημάτων του, όπου απεικονίζεται η ελληνική ζωή της υπαίθρου, με την ποίησιν αλλά και μην ασχημίαν της, με τας ηρωικάς εκδηλώσεις αλλά και με την κακομοιριάν και την πεζότητά της, με την Ρουμελιωτικην λεβεντιάν και την Πελοποννησιακήν πονηρίαν, έγραψε και αφηγήσεις μακρόπνοους, σχεδόν μυθιστορήματα, εκ των οποίων το παλαιότερον η “Λυγερή”, έχει κάποιαν Βαλζακικήν χάριν, ενώ ο Ζητιάνος αποτελεί εικόνα της Ελληνικής αθλιότητος, εμφανιζούσης την πραγματικότητα εις όλην αυτής την στυγνήν βδελυγμίαν…Ιδιαιτέρως εξαίρονται εις το έργο του τα “Λόγια της Πλώρης”, όπου αι μικραί οδύσσειαι των ελλήνων θαλασσινών ιστορούνται με άπειρον γνώσιν των λεπτομερειών και με σχεδόν επικήν μεγαλοπρέπειαν…» Αριστος Καμπάνης

«Ο Καρκαβίτσας έγραψε πολλούς τόμους διηγήματα από τα οποία τα “Λόγια της Πλώρης”, διηγήματα θαλασσινά (1899) θεωρούνται τα καλύτερά του…Γενικά στα διηγήματα του πρέπει να εξαρθεί η συγκρότηση του θέματος σε ενότητα, η γνώση των απλών ανθρώπων και πάντως ο λαμπρός χειρισμός της γλώσσας, υποδειγματικός για τα χρόνια εκείνα. »Κ. Θ. Δημαράς

Πηγή: News24, Wikipedia, San Simera